Φωτεινό διάλειμμα.

Της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Τα εγκαίνια της έκθεσης «Το Φωτεινό Διάστημα» στο Guggenheim Bilbao από τη συλλογή του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ένα γεγονός glorioso που γνωστοποιεί διεθνώς την άλλη όψη της Ελλάδας του Μνημονίου.

Η διεθνής παρουσία μέρους της συλλογής, την οποία ούτως ή άλλως θεωρούμε εξαιρετική, πρώτα στη Whitechapel του Λονδίνου και τώρα στο Guggenheim Bilbao, προβοκάρει ένα μέρος του ευρωπαϊκού κοινού, αφ’ ενός στην αναζήτηση ενός νέου Ελληνα «tycoon» (βλέπετε, μια παράδοση στο είδος την έχουμε), αφ’ ετέρου στη διαπίστωση ότι ο τόπος δεν παράγει μόνο διεφθαρμένους πολιτικούς αλλά και επιτυχημένους επιχειρηματίες που αγαπούν την τέχνη και κάνουν σοβαρές συλλογές.

Με Ευρωπαίους συνεργάτες επιμελητές και μελετητές της τέχνης, ο Δ. Δασκαλόπουλος, που απέκτησε ειδικό βάρος στη διεθνή κοινότητα των ανθρώπων των μουσείων και με την ίδρυση ενός ταμείου για αγορά έργων στο Guggenheim της Νέας Υόρκης, γίνεται, μετά τον Δάκη Ιωάννου, το πρόσωπο αυτής της περιόδου. Και αν κρίνουμε από το πρώτο δημοσίευμα των Ν.Υ. Times, «Το Φωτεινό Διάστημα» στο Μπιλμπάο εμφανίζεται πολύ πιο θετικά από ό,τι η συλλογή του κ. Ιωάννου στην έκθεση της Νέας Υόρκης, γεγονός που οφείλεται στην επιμελητική φροντίδα και άποψη. Αν και είναι μάλλον άτοπο να συγκρίνει κανείς απόψεις συλλεκτών και διαθέσεις, εν τούτοις μοιραία φτάνουν τα πράγματα εκεί. Οπως μοιραία φτάνει στο τραπέζι της όποιας συζήτησης η σχέση του δημόσιου και του ιδιωτικού.

Πριν περάσουμε στην ίδια την έκθεση, θα πρέπει να αναφερθεί το υποστηρικτικό πλαίσιο, το οποίο υπήρξε ευρηματικό στο διήμερο των εγκαινίων, δηλαδή στις 9 και 10 Απριλίου, στο Μπιλμπάο. Δύο τραπέζια ομιλητών-σχολιαστών, το πρώτο με τη συμμετοχή καλλιτεχνών της έκθεσης, το δεύτερο με τη συμμετοχή επιμελητών-συνεργατών. Στην πρώτη περίπτωση παρατηρεί κανείς ότι ο σύγχρονος καλλιτέχνης παραμένει κατά βάθος ο ίδιος με εκείνον της εποχής των Μεδίκων (συγγνώμη, παιδιά) ως προς την αντιμετώπιση της σχέσης του με τη θεσμική εξουσία και την αγορά. Τόσο ο Kendell Geers (με το εξαιρετικό έργο του, διαμαρτυρία κατά της πολιτικής της παγκόσμιας οικονομίας) όσο και ο Thomas Hirschhorn (με την τρομακτική του σπηλιά και όσα εγκλείει για το μέλλον του ανθρώπου), κατανάλωσαν αρκετό χρόνο στο τραπέζι των ομιλητών για τον προβληματισμό τους αν θα έπρεπε να υπογράψουν ή όχι την καταγγελία για τις απαράδεκτες συνθήκες των εργατών στο Guggenheim του Αμπού Ντάμπι. Τελικά υπέγραψαν, αλλά στο χώρο του Gug. Bilbao έμοιαζαν να απολογούνται. Οσο για τους επιμελητές, είχαν να καταθέσουν για την ενδιαφέρουσα διαδικασία της επιμέλειας έως το συναίσθημα, δίχως βέβαια να προσθέσουν κάτι άγνωστο -και πώς θα γινόταν άλλωστε σε έναν κόσμο όπου όλα είναι ειπωμένα και καταγραμμένα.

Το νέο σε όλη αυτή τη συγκέντρωση, αλλά και στις επίσημες ομιλίες στο δείπνο των εγκαινίων, είναι η ανάδειξη του συλλέκτη σε εξόχως πνευματική προσωπικότητα με εξαιρετικό ταλέντο στην τέχνη. Στις συνεντεύξεις που δόθηκαν και κυρίως στην ενδιαφέρουσα συνέντευξη του βιβλίου-καταλόγου, όπου ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος συνομιλεί με τη επιμελήτρια της έκθεσης Nancy Spector, είναι εντυπωσιακό το image του συλλέκτη που αγάπησε την τέχνη στα 12 χρόνια του μέσα από έναν Ρούμπενς, πριν περάσει στη συλλογή έργων σύγχρονης τέχνης.

Η επιλογή των έργων, θαυμάσια. Σε ένα σύνολο 400 καλών έργων της συλλογής η έκθεση έκανε φόκους σε περίπου 60 καλλιτέχνες, με εγκαταστάσεις κυρίως και μεγάλα έργα, με καλή ενδοεπικοινωνία μεταξύ τους. Παράδειγμα, το δωμάτιο της Annette Messager με τις γνωστές κλωστές, όπου κρέμονται μνήμες και βιώματα μέσω συναισθηματικών αντικειμένων και φωτογραφιών, σε άριστη γειτνίαση με το δωμάτιο του Wangechi Mutu, όπου κρέμονται τα κολάζ των δερμάτων των ζώων.

Εξαιρετικά τα έργα των Mark Dion και Robert Williams, η παρουσία των έργων της Bourgeois, της Abramovic, του Hirst, οι βιντεοεγκαταστάσεις του John Block, του Kutluc Ataman, του Steve MC Queen, τα έργα του Αλέξανδρου Ψυχούλη, μοναδικού Ελληνα της έκθεσης, της Kiki Smith, των Walid Raad και Atlas Group.

Μια εξαιρετική παρουσία έργων τέχνης των 20 τελευταίων χρόνων καλά επιλεγμένων, ώστε να αποτελούν τα διαμάντια της καλλιτεχνικής παραγωγής του τέλους του 20ού αιώνα και των αρχών του 21ου. Προσωπικά, θα έλεγα ότι μπορούν να διεκδικούν το χαρακτήρα των κλασικών έργων του σύγχρονου και θα πρόσθετα ότι η συλλογή έχει την πνευματικότητα μιας ευρωπαϊκής παράδοσης.

Προς το παρόν, ο συλλέκτης οργανώνει στο κεφάλι του διάφορα δωμάτια δικής του επιμέλειας, όπως λέει και στη συνέντευξή του στη Nancy Spector, προβληματισμένος για το χώρο μιας πιο μόνιμης φιλοξενίας των έργων. *

Πηγή άρθρου: http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=267687

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s