Ελένη Μπούκουρα Αλταμούρα. Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος.

H ζωή της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα ήταν μυθιστορηματική, περιπετειώδης και τραγική. Κόρη Σπετσιώτη καπετάνιου και τολμηρού θαλασσοπόρου, η Ελένη δέχτηκε από το περιβάλλον της μια ενθάρρυνση εξαιρετική όχι μόνο για τον 19ο αιώνα αλλά και για τη δική μας εποχή. Αν και αγράμματος ο πατέρας της ανήκε σε εκείνο το σπάνιο είδος ανδρών πού ακολούθησαν το πνεύμα του διαφωτισμού και τη λογική της Ελευθερίας και της Ισότητας ως τις «ακραίες» τους συνέπειες.


Από την Αυγή, 18 Φεβρουαρίου 2010

Συνειδητοποιώντας νωρίς την ασυνήθιστη κλίση της Ελένης για τη μουσική και τη ζωγραφική, της εξασφάλισε όλα τα διαθέσιμα μέσα μόρφωσης στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών της Ανεξαρτησίας. Αφού πήρε ιδιαίτερα μαθήματα ζωγραφικής κοντά σε Ιταλούς ζωγράφους εγκατεστημένους στην Αθήνα όπως ο Τσέκκολι, η Ελένη έφυγε με την ενθάρρυνση του πατέρα της στην Ιταλία, για να τελειοποιήσει τις σπουδές της. Αλλά καθώς οι ακαδημίες καλών τεχνών ήσαν κλειστές στις γυναίκες, μεταμφιέστηκε σε άνδρα και με το ψευδώνυμο Χρυσίνης Μπούκουρας το 1848 πέρασε τις εξετάσεις και γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης.

Κάτω από αυτή τη μεταμφίεση έζησε πάνω από τέσσερα χρόνια, ταξιδεύοντας από τη Ρώμη στη Νάπολη και από τη Σιένα στην Ασίζη, σπουδάζοντας και αντιγράφοντας τους κλασσικούς, παίρνοντας μέρος σε διαγωνισμούς, συναναστρεφόμενη γνωστούς Ιταλούς ζωγράφους της εποχής, που εκτιμούσαν το ταλέντο της χωρίς να υποψιάζονται καν την πραγματική της ταυτότητα. Ως το 1852, οπότε σε μια ελληνική βραδιά, παρασυρμένη από τη νοσταλγία που ξύπνησε μέσα της ένα παλιό τραγούδι της επανάστασης και λησμονώντας το υποτιθέμενο φύλο της, αγκάλιασε και φίλησε με ενθουσιασμό τη νεαρή Ελληνίδα που τραγουδούσε, κάτω από τα σκανδαλισμένα βλέμματα της ομήγυρης. Για να αποφύγει τη μονομαχία και τη συμπλοκή των Ιταλών φίλων της με τους συνοδούς της νεαρής «αοιδού», η Ελένη ανέβηκε σε ένα τραπέζι και εξήγησε ενώπιον όλων τις αιτίες και το ιστορικό της μεταμφίεσης της.

Λίγους μήνες αργότερα παντρεύτηκε τον Ιταλό ζωγράφο και δάσκαλό της, Ξαβέριο Αλταμούρα, με τον οποίο έζησε στη Φλωρεντία πέντε χρόνια. Αποκτήσανε τρία παιδιά. Όμως, το 1857 ο σύζυγός της την εγκατέλειψε κι έφυγε με την ερωμένη του, την Αγγλίδα φίλη της ζωγράφο Τζέιν Χέυ, παίρνοντας μαζί του τον μικρότερο γιο τους Αλέξανδρο.

Η Ελένη επέστρεψε τότε στην Ελλάδα με τα άλλα δύο παιδιά της, τον Ιωάννη και τη Σοφία. Εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και παρά τη δύσκολη θέση της κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα χάρις στην ενεργητικότητα και το ταλέντο της. Έπιασε δουλειά σαν καθηγήτρια σχεδίου σε παρθεναγωγεία, πράγμα που της επέτρεπε να κερδίζει τη ζωή της χωρίς να αφήσει τη ζωγραφική της.

Μέσα σε λίγα χρόνια κατόρθωσε να επιβληθεί στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της πρωτεύουσας. Οικονομικά ανεξάρτητη, ασκώντας την τέχνη της ως επάγγελμα και απολαμβάνοντας τη γενική εκτίμηση, η Ελένη Αλταμούρα έζησε επί είκοσι χρόνια μια ζωή που ελάχιστες γυναίκες της εποχής της είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν. Οι πίνακές της πουλιόταν καλά και συνεργαζόταν με γνωστούς ζωγράφους της εποχής, όπως ο Ν. Λύτρας.

Το 1872 η κόρη της αρρώστησε από φυματίωση και για λόγους υγείας οι δύο γυναίκες μετακόμισαν στις Σπέτσες. Τελικά, η Σοφία δεν απέφυγε το μοιραίο και πέθανε στα τέλη του 1872, σε ηλικία μόλις 18 ετών. Το 1876 ο γιος της και ανερχόμενος ζωγράφος Ιωάννης Αλταμούρας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη και επέστρεψε στην Αθήνα, γεμίζοντας με χαρά τη χαροκαμένη μάνα. Όμως, η χαρά της δεν κράτησε πολύ. Ο Ιωάννης, που διακρίθηκε για τις θαλασσογραφίες του, προσβλήθηκε και αυτός από φυματίωση και πέθανε τον Μάιο του 1878, σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Οι θάνατοι δύο παιδιών της, της κατάφεραν ένα δυνατό πλήγμα από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Σε ηλικία 60 ετών επέστρεψε στις Σπέτσες, όπου έκαψε σχεδόν όλα τα ζωγραφικά της έργα. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σαν ερημίτης.

Η πρώτη φορά που δέχτηκε να βγει από το σπίτι της ήταν λίγο πριν από τον θάνατό της, όταν η διευθύντρια της Εφημερίδος των Κυριών, Καλλιρρόη Παρρέν, την επισκέφθηκε για να της πάρει συνέντευξη και την πήρε για λίγες μέρες μαζί της στην Αθήνα. Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις 19 Μαρτίου 1900 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας των Σπετσών. Αργότερα, τα οστά της, όπως και εκείνα της Σοφίας και του Ιωάννη, μεταφέρθηκαν από τους απογόνους της στο A’ Νεκροταφείο Αθηνών, στον κοινό τάφο της οικογενείας Mπούκουρα – Aλταμούρα.

Η Ελένη Αλταμούρα υπήρξε ίσως η πρώτη γυναίκα της νεότερης Ελλάδας η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με τον «πόθο» της δημιουργίας.

Η τραγική ζωή της Ελένης Μπούκουρα – Αλταμούρα έγινε το θέμα ενός μυθιστορήματος: «Ελένη ή ο κανένας» της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα, 1998, κι ενός θεατρικού έργου: «Ελένη Αλταμούρα» του Κώστα Ασημακόπουλου, Εκδόσεις Δωδώνη, 2005.

 

Enhanced by Zemanta

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s