Το έργο τέχνης και η ανθρώπινη ύπαρξη

Το πορτρέτο του Γιαν Σιξ, που φιλοτεχνήθηκε το 1654 από τον μέγιστο Ολλανδό ζωγράφο του 17ου αι. Ρέμπραντ βαν Ρέιν είναι ένα έργο τελείως ιδιαίτερο· παρακάμπτει κάθε πιθανό στοιχείο εντυπωσιασμού και μιλά με φαινομενικά τετριμμένα μέσα διά μέσου του χώρου του αρρήτου.

 Ο Γιαν Σιξ ήταν ένας άνδρας τριάντα έξι ετών, ποιητής και συντάκτης του πρώτου καταλόγου των χαρακτικών του Ρέμπραντ και παρά τη βαθιά φιλία του με τον μεγάλο ζωγράφο λέγεται πως πήρε την απόφαση ν’ απομακρυνθεί από αυτόν, φοβούμενος πως θα ήταν δυνατόν να τον βλάψει στην πολιτική του σταδιοδρομία ο απόηχος από τη σχέση του ζωγράφου με τη Χέντρικγιε Στόφελς. Ο Ολλανδός άνδρας εικονίζεται να στέκεται απέναντί μας πρόσωπο με πρόσωπο, κομψοντυμένος, ενώ με το ένα του χέρι τραβά το γάντι του στο άλλο του χέρι. Οι πινελιές στα χέρια του Σιξ καθώς και στο μισοφορεμένο πανοφώρι του είναι αδρές -σεζανικές, θα λέγαμε- και μαρτυρούν την ιδιοφυή βαθύτητα του βλέμματος του ολλανδού καλλιτέχνη καθώς από το μεγαλύτερο μέρος του θέματός του επιχειρεί να συλλάβει μόνο το ουσιώδες. Τα χέρια του Σιξ αποπνέουν σοβαρότητα και ειλικρίνεια που φτάνει ώς την αξιοπρέπεια και παραπέμπουν στο διπλά σκιασμένο πρόσωπο και βλέμμα του ολλανδού άνδρα: αφ’ ενός, από το σκουρόχρωμο καπέλο του που προσδίδει στη φιγούρα το στοιχείο του διακριτικής πολυτέλειας, της ποιότητας και της ευγένειας και αφ’ ετέρου, από μια ίσως μοναδική στο είδος της, σ’ όλη την ιστορία της ζωγραφικής, αίσθηση περισυλλογής που αντανακλάται στο βλέμμα του Σιξ.

Καθώς το σκοτεινιασμένο από το φως, μα ακτινοβόλο από μια πνευματικότητα που αποσβολώνει, βλέμμα του Γιαν Σιξ μάς οδηγεί μέσα από ακατανόητα μονοπάτια στην προσωπογραφία μιας ψυχής, μένουμε ν’ αναρωτιόμαστε ποια είναι η φύση του εγκεφάλου του πολύ μεγάλου καλλιτέχνη που είναι δυνατόν να γεννήσει ένα τέτοιο αριστούργημα. Το έργο τέχνης, βέβαια, δεν το φιλοτεχνεί ένας μεμονωμένος εγκέφαλος αλλά η βαθιά ύπαρξη του καλλιτέχνη, μέσα από την ολότητα της εμπειρίας της – δεν γίνεται όμως να μην αναρωτηθούμε αν είναι δυνατόν ένα σύνθεμα από ύλη και μόνον όπως είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος να γεννήσει θεϊκές εμπνεύσεις, και μήπως είμαστε υποχρεωμένοι να προϋποθέσουμε ένα υπεραισθητό κομμάτι στην ανθρώπινη ψυχή, σαν αναπόσπαστο τμήμα της. Γεννά, άραγε, η ύλη το πνεύμα ή μήπως πνεύμα και ύλη πρέπει να τα αντιληφθούμε σαν αυτονομημένες πραγματικότητες που συγκατοικούν στο ανθρώπινο σώμα, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα;

Καθώς η ύπαρξη πηγάζει από το αρχέγονο και είναι αίτια του εαυτού της -δεν υπακούει στην αρχή του αποχρώντος λόγου- τούτη τη γενεσιουργό δύναμη της πραγματικότητας τη βλέπουμε να διχάζεται σε δύο επί μέρους παραμέτρους. Η μία είναι κανονιστική, μορφοποιητική, είναι η δύναμη που γεννά μορφές μιας δυναμικής αυτοσυγκρότησης και αυτοπροσδιορισμού όσον αφορά όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές της πραγματικότητας: την ιστορία, την κοινωνία, την πόλη, το άτομο και την ανθρώπινη ψυχή. Η άλλη, η δεύτερη παράμετρος της ύπαρξης -ύπαρξη που αναδύεται από το μη Ον και από την απροσδιοριστία- είναι η δυναμική που καταλύει κάθε μορφή, που διαρρηγνύει το εννοιολογικό σύστημα και την έλλογη ανθρώπινη σκέψη πηγάζοντας μέσα από αρχέγονες «μήτρες», μια δυναμική που έχει να κάνει τόσο με τη ζωή όσο και με τον θάνατο και αγγίζει το άπειρο.

Καθώς αυτές οι δύο δυναμικές μοιάζουν να ξεπερνούν το πλαίσιο του ανθρώπινου πολιτισμού και να ανάγονται σε οντολογικούς προσδιορισμούς της πραγματικότητας στο σύνολό της, θα δούμε ακόμα και τη σπινοζική φύση να διχάζεται σε τούτες τις δύο παντοδύναμες παραμέτρους. Το αδηφάγο μη Ον δεν αποτελεί μονάχα αφετηρία της ύπαρξης, μα δηλώνει αδιάλειπτα την παρουσία του στο παιχνίδι του κόσμου, για να μετατραπεί, στον χώρο της ανθρώπινης πραγματικότητας, στην κατ’ εξοχήν προσδιοριστική συνθήκη του έλλογου όντος: στον θάνατο. Καθώς ο άνθρωπος είναι το μόνο Ον που γνωρίζει πως θα πεθάνει, έχει επινοήσει απέναντι σ’ αυτό το δεδομένο ένα πανίσχυρο αντίδοτο: το νόημα. Νόημα είναι τόσο το να γεννήσεις ένα παιδί όσο και το να γράψεις ένα βιβλίο ή το να χαρίσεις ένα λουλούδι στην αγαπημένη σου. Νόημα είναι επίσης το να σταθείς για δέκα λεπτά μπροστά από το πορτρέτο του Γιαν Σιξ. Νόημα είναι, κατ’ εξοχήν, η επιστήμη, με την τέχνη όμως ο άνθρωπος όχι μόνο αντιπαραθέτει κάτι απέναντι στον θάνατο, μα οπλίζεται απέναντί του για να μπορέσει να συνδιαλεχθεί μαζί του και τελικά να τον δει σαν φίλο – το έσχατο όριό του, τον σιωπηλό ακόλουθο όλης της ζωής του.

Τι αλήθεια νιώθουμε όταν ακούμε τη Missa Solemnis του Μπετόβεν, το Κοντσέρτο του Ανταν Βέμπερν ή όταν διαβάζουμε την Πάτμο του Φρίντριχ Χέλντερλιν; Οσο κι αν προσπαθήσουμε να το προσδιορίσουμε και να το ορίσουμε, θα διαπιστώσουμε πως η έκσταση την οποία αισθανόμαστε έχει μια άρρητη ρίζα, ένα άρρητο θεμέλιο, κάτι σαν αυτό που ο Φουκό καλεί το άσκεπτο.

Τούτη η άρρητη πραγματικότητα, ό,τι καλούμε πνεύμα -πνοή, άνεμος- φωλιάζει κατ’ εξοχήν στο αταξινόμητο και στο αμορφοποίητο. Εδώ συναντάμε τις απαρχές της ελληνικής σκέψης και το ησιόδειο χάος, την οντολογική και κοσμολογική περιοχή όπου ο Δίας έριξε τους νικημένους Τιτάνες. Καθώς το χάος είναι το φυσικό περιβάλλον της απροσδιοριστίας, ο άνθρωπος, όντας αντιμέτωπος με την ανάδυση του κοσμικού φαινομένου από αυτόν ακριβώς τον χώρο, βρίσκεται στη θέση να ονοματίσει και να προσδιορίσει την ίδια την πρώτη ύλη από την οποία είναι φτιαγμένος. Τέχνη σημαίνει τάξη, μορφή· σκέψη, σχήμα και έργο.

Οταν ο Ρίλκε αποφαίνεται πως «κάθε άγγελος είναι αποτρόπαιος», ούτε λίγο ούτε πολύ βεβαιώνει πως το ωραίο είναι φορτισμένο με φρίκη, πως το ωραίο είναι η άλλη όψη του αποτρόπαιου και του καταλυτικού. Μήπως τελικά οι άνθρωποι ανακαλύψουν την τέχνη για να μπορέσουν ν’ αντέξουν την εικόνα του θανάτου και τη ζοφερή Αβυσσο της πραγματικότητας που τους περιβάλλει και τους γεννά, θέτοντάς τους ταυτόχρονα μπροστά στο ενδεχόμενο της επιλογής μέσα από την ευθύνη και την απόφαση; Τι άλλο είναι, άραγε, το έργο τέχνης αν όχι η ασύλληπτη και απρόσκοπτη δύναμη κατάλυσης κάθε οντότητας, κάθε σχήματος, κάθε ύπαρξης, που μπορεί, σε μια οριακή στιγμή που καλούμε καλλιτεχνικό αριστούργημα, να χωρέσει ίσως και μέσα σ’ ένα αχνό περίγραμμα από μολύβι;

Τη στιγμή που ο Χολμπάιν και ο Ντα Βίντσι φιλοτέχνησαν τα συγκλονιστικά τους σχέδια, δέχονταν, θα λέγαμε, ένα μήνυμα από το υπερπέραν: ο πραγματικά χαρισματικός άνθρωπος είναι επιφορτισμένος με μια βαριά ευθύνη· να πραγματοποιήσει το έργο του σαν πράξη ύψιστης προσφοράς στην εποχή του και στις γενιές που θ’ ακολουθήσουν, έχοντας πρώτα αντέξει ίσως μια ζωή γεμάτη με αντιξοότητες και στερήσεις και έχοντας παλέψει με μοναδικό του εφόδιο το πάθος και την προσδοκία για το επερχόμενο δημιούργημα.

Ζούμε σε μια εποχή φτωχή σε μεγάλα έργα και φτωχή σε μνήμη όσον αφορά τα μεγάλα έργα του παρελθόντος. Καθώς, όμως, όσο ζούμε έχουμε και αιτήματα, δεν παύουμε να σχετιζόμαστε με τους άλλους επιδιώκοντας μια όλο και πιο ολοκληρωμένη επικοινωνία. Ας δούμε, λοιπόν, τη μεγάλη τέχνη όχι μόνον ως μέσο μοναχικής περισυλλογής, μα και ως τρόπο να επικοινωνήσουμε την εμπειρία μας στους άλλους, συστήνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ένα άλλο είδος δημιουργίας.

Πηγή άρθρου : http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=304274

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s