Η τέχνη της ανατροπής

Επαναστατικοί ζωγραφικοί πειραματισμοί διηγούνται την ιστορία του ρεύματος της Ρωσικής Πρωτοπορίας στην έκθεση «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή»

Λιουμπόβ Πόποβα, μακέτα εξωφύλλου για το περιοδικό Αρτίστι Κινό (Καλλιτέχνες Κινηματογράφου), 1922, γκουάς και μελάνι σε χαρτόνι

Λιουμπόβ Πόποβα, μακέτα εξωφύλλου για το περιοδικό Αρτίστι Κινό (Καλλιτέχνες Κινηματογράφου), 1922, γκουάς και μελάνι σε χαρτόνι

Επαναστατικοί ζωγραφικοί πειραματισμοί διηγούνται την ιστορία του ρεύματος της Ρωσικής Πρωτοπορίας στην έκθεση «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή»

Τη δυναμική που έχει ακόμη και σε νεότερες γενιές εικαστικών η συλλογή Κωστάκη επισημαίνει η νέα έκθεση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης με τίτλο «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή. Ρωσική Πρωτοπορία και Σύγχρονη Τέχνη», η οποία φιλοξενείται στη Μονή Λαζαριστών από την ερχόμενη Παρασκευή ως τις 24 Μαρτίου.

Ο τίτλος της έκθεσης αποτελείται από τρεις λέξεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ρωσική πρωτοποριακή τέχνη, καθώς συναντώνται σε ένα μεγάλο ποσοστό έργων της εποχής, ενώ ταυτόχρονα περιγράφουν τις φάσεις και την εξέλιξη της Ρωσικής Πρωτοπορίας, από τους πρώτους γεωμετρικά αφηρημένους ζωγραφικούς πειραματισμούς ως την κονστρουκτιβιστική λογική και τη βιομηχανική παραγωγή χρηστικών αντικειμένων.

Η συλλογή Κωστάκη του ΚΜΣΤ περιλαμβάνει έργα τέχνης και χρηστικά αντικείμενα που χρονολογούνται περίπου από το 1900 ως το 1930, την περίοδο που είναι γνωστή στην ιστορία της τέχνης ως Ρωσική Πρωτοπορία, ενώ συγκεντρώνει στους κόλπους της ποικίλα και διαφορετικά ρεύματα της μη αντικειμενικής τέχνης και πολλούς εκπροσώπους της, οι οποίοι λειτουργούσαν με απώτερο στόχο την ανατροπή του κατεστημένου καλλιτεχνικού τοπίου και την ανάμειξη της τέχνης με την καθημερινότητα και την ουτοπική, σοσιαλιστική κοινωνία που η Ρωσική Επανάσταση ευαγγελιζόταν.

Παράλληλα, η ίδια η συλλογή αντικατοπτρίζει την ενασχόληση των καλλιτεχνών της επαναστατικής και Σοβιετικής Ρωσίας με κάθε είδους τέχνη και τεχνική.

Υπ’ αυτό το πρίσμα οι ιστορικοί τέχνης-επιμελητές του ΚΜΣΤ προσκάλεσαν εικαστικούς και designers σε ένα εργαστήριο, στη συνέχεια τους ξενάγησαν στην έκθεση της συλλογής Κωστάκη, παρακολούθησαν διαλέξεις, επισκέφτηκαν τις αποθήκες όπου φυλάσσεται η συλλογή και δημιούργησαν ένα έργο ή μια σειρά έργων με θέμα «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή. Ρωσική Πρωτοπορία και Σύγχρονη Τέχνη».

Εκτός από τα έργα αυτά, στην έκθεση θα παρουσιαστούν και μικρά σχέδια, χαρακτικά και περιοδικά της συλλογής Κωστάκη που δεν έχουν φιλοξενηθεί σε παλιότερες εκθέσεις.

Στην έκθεση φιλοξενούνται και έργα τεσσάρων σύγχρονων εικαστικών, της Β. Γκαβαϊσέ, του Κ. Γραμμένου, του Ν. Καναρέλη και της Γ. Σαγρή, οι οποίοι γνωρίζουν το ιστορικό φαινόμενο της Ρωσικής Πρωτοπορίας και έχουν εμπνευστεί από αυτό σε παλιότερες εργασίες τους.

90 χρόνια ρωσική τέχνη

120 έργα από τη συλλογή της Πινακοθήκης Μανιέζ της Αγίας Πετρούπολης θα ταξιδέψουν στην Αθήνα, σε μια έκθεση – γνωριμία, με καλλιτέχνες από το 1920 έως την περεστρόικα και τις μέρες μας

90 χρόνια ρωσική τέχνη

Από τη Ρωσική Πρωτοπορία, που σφυρηλάτησε την αισθητική της επαναστατικής µεταµόρφωσης του πολιτισµού, µέχρι τον σοσιαλιστικό ρεαλισµό, που έθεσε υπό έλεγχο την τέχνη, την περεστρόικα και τη µετα-περεστρόικα, που απελευθέρωσε τη δηµιουργική δραστηριότητα. Εκατόν είκοσι έργα από τη συλλογή της Πινακοθήκης Μανιέζ της Αγίας Πετρούπολης, που καλύπτουν µια τεράστια περίοδο από το 1920 έως τις µέρες µας, θα ταξιδέψουν στην Αθήνα, για να παρουσιαστούν στο Ιδρυµα Β. & Μ. Θεοχαράκη, µεταξύ 15 Δεκεµβρίου και 11 Μαρτίου. Πρόκειται για µια µοναδική έκθεση που θα δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσουµε την πορεία της ρωσικής ζωγραφικής, µέσα από πολλές ιστορικές συγκυρίες. Οι καλλιτέχνες δεν είναι οι περισσότεροι τόσο γνωστοί εκτός ρωσικών συνόρων όσο εκείνοι της Ρωσικής Πρωτοπορίας της Συλλογής Κωστάκη. Είναι αποκλειστικά δηµιουργοί που έζησαν στην πόλη Πέτρογκραντ (1914-1924) / Λένινγκραντ (1924-1991)/ Αγία Πετρούπολη. Την πρωτεύουσα των τσάρων, την πόλη απ’ την οποία διέρχεται ο Νέβας, που γέννησε µεγάλους δηµιουργούς σε όλους τους καλλιτεχνικούς χώρους, που φούντωσε η σπίθα της Ρωσικής Επανάστασης και γέννησε τις ιδέες της Ρωσικής Πρωτοπορίας. Αυτήν την πόλη αποτυπώνουν, µε διαφορετικές τεχνοτροπίες και συναισθηµατική αµεσότητα, οι ζωγράφοι της έκθεσης. Εκτός από χαρακτηριστικές απόψεις της πόλης, τους καλλιτέχνες απασχόλησαν προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και συνθέσεις.

Κορυφαία έργα είναι αυτά της περιόδου 1920-1940, όπως µας ενηµερώνει η διευθύντρια της Πινακοθήκης Μανιέζ, Μαρίνα Τσιγκαρκχανιάν, συνεπιµελήτρια µαζί µε την Αφροδίτη Οικονοµίδου. Σύµφωνα µε την ίδια, τα έργα αυτής της εποχής «παρουσιάζουν µε τον ξεχωριστό πλαστικό χαρακτήρα τους την ιδιαίτερη »τοµή» της σοβιετικής τέχνης, η οποία καταρρίπτει τα καθιερωµένα στερεότυπα». Τότε έδρασε η περίφηµη οµάδα «Ο κύκλος των καλλιτεχνών», που, µε επιρροές από τη Γαλλία, προσήλκυσε τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες, όπως τους Πακούλιν, Ρουσακόβ, Ποτστένι, Τιµοσένκο, Παχόµοφ, Ζαγκόσκιν, Λιζάκ κ.ά. Τα µέλη του «Κύκλου» ενσάρκωσαν στα έργα τους την ατµόσφαιρα των κοινωνικών αλλαγών και των αναζητήσεων για µια καινούργια ζωή. Κι άλλοι που δεν ανήκαν τυπικά στην οµάδα ασπάστηκαν την εκφραστική αισθητική της, όπως οι Νικολάι Λαπσίν και Βλαντίµιρ Γκρίνµπεργκ, λησµονηµένοι για πολλές δεκαετίες στην ΕΣΣΔ. Στη λίστα των άδικα ξεχασµένων ζωγράφων συγκαταλέγεται και η Πελαγία Σουρίγκα, µε τα φουτουριστικά έργα της. Οταν το Μανιέζ παρουσίασε αναδροµική της το 2007 ήταν µια πραγµατική αποκάλυψη για τους θεατές.

Τόσο ο «Κύκλος» όσο κι άλλες οµάδες υποχώρησαν αναγκαστικά στην κυβερνητική απόφαση του 1932 να απαγορεύσει τη συγκρότηση καλλιτεχνικών οµάδων και να συσταθεί µια ενιαία Ενωση, γεγονός που συνεπαγόταν τον ιδεολογικό και εκφραστικό έλεγχο της τέχνης, σύµφωνα µε το δόγµα του σοσιαλιστικού ρεαλισµού.

ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΜΕ 40 ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Εργα των Αλεξάντερ Μπίκτερ, Κονσταντίν Ρουντακόφ, Μαρία Γκορόχοβα, Πελαγία Σουρίγκα. Κάτω, η Πινακοθήκη Μανιέζ

Εργα των Αλεξάντερ Μπίκτερ, Κονσταντίν Ρουντακόφ, Μαρία Γκορόχοβα, Πελαγία Σουρίγκα. Κάτω, η Πινακοθήκη Μανιέζ

Η ποιητικότητα του Λένινγκραντ είχε διαφορετική απήχηση στους καλλιτέχνες στις διάφορες ιστορικές στιγμές. Κατά την πολιορκία των 900 ημερών (Σεπτ. 1941- Ιαν. 1944) από τα γερμανικά στρατεύματα στις τοπιογραφίες επικρατεί η διάθεση ενός ελεγχόμενου περιορισμού. Πολλοί καλλιτέχνες που δεν κατάφεραν να διαφύγουν, συνέχισαν να εργάζονται κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Αρχειακές φωτογραφίες δείχνουν τον Πακούλιν, όρθιο μπροστά στο καβαλέτο, να ζωγραφίζει με 40 υπό το μηδέν. Αλλοι, όπως οι Λαπσίν, Γκρίνμπεργκ, Ποτστένι, Ζαγκόσκιν, χάθηκαν εξαιτίας της πείνας και της εξάντλησης. Συνάδελφοι και φίλοι έσωσαν το έργο τους και το παρέδωσαν στα μουσεία. Τα έργα του Ζαγκόσκιν διασώθηκαν χάρη στον 13χρονο ανιψιό του, ο οποίος παρά την εξάντληση τα μετέφερε στο σπίτι του, ενώ στη δεκαετία του 1990, μεταναστεύοντας στις ΗΠΑ, τα δώρισε στο Ρωσικό Μουσείο και στο Μανιέζ.

ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟ
Η Πινακοθήκη Μανιέζ στεγάζεται σε ένα επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο του 1807, το οποίο κτίστηκε, αρχικά, για να στεγάσει τη Σχολή Ιππασίας της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Τζάκομο Κουαρένγκι, ο οποίος σχεδίασε πολλά παλάτια και μέγαρα της πόλης.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ

Εικαστικά ντοκουμέντα τού σήμερα

Από τη ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Η οικονομική κρίση έχει και τα καλά της. Παράδοξο; Επειτα από δύο χλιαρές αθηναϊκές Biennale με καλή χορηγική υποστήριξη, η φετινή έκανε το θαύμα της, με τα ελάχιστα.

Κώστας Σφήκας, «Αλληγορία», 1986, Still από ταινία, ευγενική παραχώρηση του Παναγιώτη ΣασλίδηΚώστας Σφήκας, «Αλληγορία», 1986, Still από ταινία, ευγενική παραχώρηση του Παναγιώτη ΣασλίδηΤι είναι αυτό που κάνει τόσο γοητευτική τη φετινή Biennale της Αθήνας; Με μια πρώτη ματιά θα πει ο σώφρων θεατής ότι είναι το κτήριο, αυτή η έξοχη Διπλάρειος Σχολή που, προσωπικά, δεν γνώριζα ότι υπήρχε και τα έργα που ακολουθούν την ίδια ατμόσφαιρα, ως να ήσαν πάντα εκεί.

Ισως αυτή η έξοχη παρουσία, επίτευγμα της Ξένιας Καλπατζόγλου, του Poka Yio και του Nicolas Bourriaud (με εξαιρετικό παρελθόν τόσο στο Παλέ ντι Τοκιό του Παρισιού όσο και στο στοχασμό του ως διανοούμενου και πολυπλάγμονος) να οφείλεται στην ταύτιση του μέσα με το έξω, της πόλης γύρω από την πλατεία Θεάτρου και του ίδιου του εσωτερικού. Αυτά τα στοιχεία, ναι, υπάρχουν, είναι έντονα και εμείς όλοι έχουμε υποστεί το βασανιστήριο της καταρρέουσας πόλης, την αγωνία πόσους ζητιάνους να συναντήσεις, τι θα τους πεις αλλά και τι θα πεις στον εαυτό σου που τρέμει στην ανασφάλεια του ασαφούς μέλλοντος και της ταλαιπωρίας που τον περιμένει.

Ολα αυτά ισχύουν. Ισχύει ωστόσο και κάτι άλλο πολύ πιο ισχυρό, που συμβαίνει στην κοινότητα της τέχνης της οποίας η Biennale είναι καθρέφτης, αυτή τη στιγμή. Μήπως το νιώθετε και εσείς; Κάπου, κάτι δεν άλλαξε και αφήσαμε έξω την πιπίλα τύπου «διεθνές», «trendy», «ultra contemporary», κάτι δεν μας φώτισε αιφνίδια για να αφήσουμε πίσω τις τάσεις και τις σχολές και εκείνο το φαφλατάδικο new pop art και τα σημειωμένα χαρτάκια του neo εννοιολογικού και τους άνευ έργου και έρευνας εννοιολογισμούς;

Συγκίνηση

Μήπως η κρίση δεν επέδρασε στο να μπει λίγο νερό στην έπαρση μιας νεότητας στην τέχνη και είδαμε έργα καλλιτεχνών, όπως της Ρένας Παπασπύρου (και ας μου πει όποιος θέλει ότι αυτό και αν είναι η super νεότης) ή του Μιχάλη Κατζουράκη, μαζί με των μαθητών τους και των νεότερων που μας συγκίνησαν, όπως εκείνο το φιλμάκι του Κωστή Σταφυλάκη, που ανήκει στις καλύτερες στιγμές της έκθεσης, ή τις φωτογραφίες της Caroline May;

Η περιήγηση στο κτήριο, που στέκεται σε ντοκουμέντα, τα οποία ανήκουν στην ιστορία του και άλλα που στέκονται στην ιστορία της Αθήνας, δίχως τις γνωστές κορόνες της «νοσταλγίας» και του μελό, περνά από καλά ή μέτρια έργα, τα οποία ωστόσο δεν ενοχλούν γιατί τα απορροφά το σύνολο και επειδή δεν σε ενδιαφέρει και τόσο το τι κάνει ο καθένας, αλλά πώς πλέκεται το σύνολο από τους επιμελητές και με ποιον τρόπο η έκθεση γίνεται ντοκουμέντο του σήμερα, το οποίο σήμερα διαθέτει το παρελθόν και το μέλλον του και δεδομένου ότι κραυγαλέα κακό έργο δεν υπάρχει για να βγάζει μάτι και ότι η έκθεση είναι καταγραφή μιας κατάστασης.

Ποιας κατάστασης; Το δηλώνει περισσότερο ξεκάθαρα ο Josef Robakowski, που για 20 χρόνια (1979-1999) βιντεοσκοπεί από το παράθυρό του ανθρώπους και κτήρια που αλλάζουν συνεχώς. Θυμάστε εκείνη τη δεκαετία 1990 της μεγάλης ελληνικής χλίδας και της παρακμής των αντοχών.

Από την άλλη, ο Βαγγέλης Βλάχος, ο πλέον έγκυρος καλλιτέχνης εμπνευσμένου αρχείου, και η έρευνά του σε υλικό φωτογραφικό, η ομάδα Underconstration με τη συλλογή γραφείων δημόσιου κτηρίου, ο Ανδρέας Λόλης και τα μάρμαρά του, έργα που ίσως τα έχουμε ξαναδεί, όμως αυτή τη φορά μπαίνουν σε ένα άλλο πλαίσιο, και πάνω από όλα ο Νίκος Χαραλαμπίδης, ιδιοφυής και έντονα πολιτικοποιημένος, και οι εγκαταστάσεις του, με έργα που απευθύνονται στο σήμερα. Εκείνο το σπίτι του μετανάστη που πήγε και βόλτα στην πόλη για να γίνει κέλυφος στον άστεγο που κοιμάται στο παγκάκι, ευαίσθητο και ισχυρό.

Μικρός Πρίγκιπας

Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο με τα έργα, τα οποία τα κρατώ όλα, ακόμη και τα πιο μέτρια, ως μη αδιάφορα για το ζήτημα που βάζουν. Το «Μονόδρομο». Γιατί η έκθεση είναι η ατμόσφαιρα και η αναφορά στον Γερμανοεβραίο Walter Benjamin και το ομώνυμο βιβλίο του, αλλά και η συνάντηση με τον Μικρό Πρίγκιπα του Εξιπερί. Το αβγό του φιδιού δεν έχει αθωότητα, άρα τον Μικρό Πρίγκιπα δεν τον συνάντησα, μόνο τη δική μου Αθήνα και την εικόνα της. Με μια διαφορά. Οταν βλέπω μια τέτοια έκθεση, μικρός πρίγκιπας γίνομαι εγώ. Και αυτό μ’ αρέσει.

ΥΓ. Το Πάρκο Ελευθερίας και οι χώροι του Μουσείου Ελευθέριος Βενιζέλος και ΕΑΤ-ΕΣΑ μπορούσαν και να μη χρησιμοποιηθούν. Μας κάλυψε απόλυτα η Διπλάρειος. Ως μικροί πρίγκιπες, ωστόσο, χαρήκαμε για την ευκαιρία της επίσκεψης.

Πηγή άρθρου :http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=323883

Ο ζωγράφος Ελύτης

Ποια μπορεί να είναι η σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τον Πάμπλο Πικάσο; Γιατί υπάρχει μια σχέση μαζί του, όπως σχέσεις και επαφές του Ελύτη υπάρχουν με αρκετούς ακόμα μεγάλους ζωγράφους. Π.χ. Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι, Ντε Κίρικο. Τους είχε γνωρίσει πολύ πριν γευτεί τη δόξα του Νομπέλ, κοντά στα σαράντα του χρόνια, μέσω του ελληνογάλλου τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ.
Είχε πάει στο Παρίσι, τότε, τέλη της δεκαετίας του ’40, όπου παρακολούθησε μάλιστα – στη Σορβόννη – μαθήματα Φιλοσοφίας. Ειδικά για τον Πικάσο έγραψε αργότερα και ένα ωραιότατο κείμενο στο οποίο περιέγραφε και την καθημερινότητα του διάσημου ζωγράφου – και πόσο αυτή τον βοήθησε και εκείνον να αποβάλει κάποια «συμπλέγματα». Ο Πικάσο του έκανε και μία, επίσης ωραία, προσωπική αφιέρωση.
Ολα αυτά θα τα δούμε σε μια έκθεση στο Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη που φέρει τον τίτλο «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και ζωγραφική». Μια έκθεση που περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές ενότητες: τα έργα του ίδιου του Οδυσσέα Ελύτη, σημαντικά έργα σπουδαίων ζωγράφων για τα οποία ο Ελύτης έγραψε αισθητικά δοκίμια ή με τους οποίους υπήρξε φίλος και έργα εμπνευσμένα από την ποίηση του Ελύτη, τα περισσότερα φτιαγμένα ειδικά για την έκθεση. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι τα ζωγραφικά έργα του ποιητή – κολάζ, τέμπερες, υδατογραφίες – παρουσιάζονται ουσιαστικά για πρώτη φορά στο κοινό. Τουλάχιστον είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζονται σε τέτοια έκταση – θα δούμε δηλαδή τα περισσότερα από τα 150 έργα του – καθώς μία έκθεση, το 1980, στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη παρουσίαζε συγκεκριμένες συνεικόνες του ενώ μία άλλη έκθεση που παρουσίασε αρκετά έργα του πραγματοποιήθηκε εκτός Αθηνών – το 1992, στην Ανδρο.
Θα μπορούσε όμως να χαρακτηρίσει κανείς τον Οδυσσέα Ελύτη και ζωγράφο; «Στον Ελύτη δεν υπάρχει ισότιμη δραστηριότητα, όπως λ.χ. στον Εγγονόπουλο», λέει στα «ΝΕΑ» η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, διαχειρίστρια των πνευματικών δικαιωμάτων του Ελύτη και εκ των εμπνευστών της έκθεσης. «Ενώ ήταν βαθύς γνώστης των ρευμάτων στις εικαστικές τέχνες, ζωγράφιζε, έκανε κολάζ στον ελεύθερο χρόνο του μόνο γιατί, όπως έλεγε, ήταν κάτι που τον ξεκούραζε. Και θεωρούσε τον εαυτό του ερασιτέχνη ζωγράφο».
Τα έργα του Ελύτη, πάντα «μικρών διαστάσεων», έχουν ως κυρίαρχα θέματα «το μυστήριο της ζωής, τον άνθρωπο και τα πάθη του, τη μυστηριακή και θεϊκή υπόσταση της φύσης», όπως παρατηρεί ο επιμελητής Τ. Μαυρωτάς. Και προσπαθεί, μέσα από αυτά, προσηλώνοντας το βλέμμα του στη φύση και τον κόσμο γύρω, «να ανιχνεύσει τις πολλαπλές δυνατότητες της πραγματικότητας».
Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τα εκτιθέμενα έργα προέρχονται από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Πινακοθήκη, πολλές ιδιωτικές συλλογές και τους ίδιους τους συμμετέχοντες σύγχρονους δημιουργούς.

Το έργο τέχνης και η ανθρώπινη ύπαρξη

Το πορτρέτο του Γιαν Σιξ, που φιλοτεχνήθηκε το 1654 από τον μέγιστο Ολλανδό ζωγράφο του 17ου αι. Ρέμπραντ βαν Ρέιν είναι ένα έργο τελείως ιδιαίτερο· παρακάμπτει κάθε πιθανό στοιχείο εντυπωσιασμού και μιλά με φαινομενικά τετριμμένα μέσα διά μέσου του χώρου του αρρήτου.

 Ο Γιαν Σιξ ήταν ένας άνδρας τριάντα έξι ετών, ποιητής και συντάκτης του πρώτου καταλόγου των χαρακτικών του Ρέμπραντ και παρά τη βαθιά φιλία του με τον μεγάλο ζωγράφο λέγεται πως πήρε την απόφαση ν’ απομακρυνθεί από αυτόν, φοβούμενος πως θα ήταν δυνατόν να τον βλάψει στην πολιτική του σταδιοδρομία ο απόηχος από τη σχέση του ζωγράφου με τη Χέντρικγιε Στόφελς. Ο Ολλανδός άνδρας εικονίζεται να στέκεται απέναντί μας πρόσωπο με πρόσωπο, κομψοντυμένος, ενώ με το ένα του χέρι τραβά το γάντι του στο άλλο του χέρι. Οι πινελιές στα χέρια του Σιξ καθώς και στο μισοφορεμένο πανοφώρι του είναι αδρές -σεζανικές, θα λέγαμε- και μαρτυρούν την ιδιοφυή βαθύτητα του βλέμματος του ολλανδού καλλιτέχνη καθώς από το μεγαλύτερο μέρος του θέματός του επιχειρεί να συλλάβει μόνο το ουσιώδες. Τα χέρια του Σιξ αποπνέουν σοβαρότητα και ειλικρίνεια που φτάνει ώς την αξιοπρέπεια και παραπέμπουν στο διπλά σκιασμένο πρόσωπο και βλέμμα του ολλανδού άνδρα: αφ’ ενός, από το σκουρόχρωμο καπέλο του που προσδίδει στη φιγούρα το στοιχείο του διακριτικής πολυτέλειας, της ποιότητας και της ευγένειας και αφ’ ετέρου, από μια ίσως μοναδική στο είδος της, σ’ όλη την ιστορία της ζωγραφικής, αίσθηση περισυλλογής που αντανακλάται στο βλέμμα του Σιξ.

Καθώς το σκοτεινιασμένο από το φως, μα ακτινοβόλο από μια πνευματικότητα που αποσβολώνει, βλέμμα του Γιαν Σιξ μάς οδηγεί μέσα από ακατανόητα μονοπάτια στην προσωπογραφία μιας ψυχής, μένουμε ν’ αναρωτιόμαστε ποια είναι η φύση του εγκεφάλου του πολύ μεγάλου καλλιτέχνη που είναι δυνατόν να γεννήσει ένα τέτοιο αριστούργημα. Το έργο τέχνης, βέβαια, δεν το φιλοτεχνεί ένας μεμονωμένος εγκέφαλος αλλά η βαθιά ύπαρξη του καλλιτέχνη, μέσα από την ολότητα της εμπειρίας της – δεν γίνεται όμως να μην αναρωτηθούμε αν είναι δυνατόν ένα σύνθεμα από ύλη και μόνον όπως είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος να γεννήσει θεϊκές εμπνεύσεις, και μήπως είμαστε υποχρεωμένοι να προϋποθέσουμε ένα υπεραισθητό κομμάτι στην ανθρώπινη ψυχή, σαν αναπόσπαστο τμήμα της. Γεννά, άραγε, η ύλη το πνεύμα ή μήπως πνεύμα και ύλη πρέπει να τα αντιληφθούμε σαν αυτονομημένες πραγματικότητες που συγκατοικούν στο ανθρώπινο σώμα, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα;

Καθώς η ύπαρξη πηγάζει από το αρχέγονο και είναι αίτια του εαυτού της -δεν υπακούει στην αρχή του αποχρώντος λόγου- τούτη τη γενεσιουργό δύναμη της πραγματικότητας τη βλέπουμε να διχάζεται σε δύο επί μέρους παραμέτρους. Η μία είναι κανονιστική, μορφοποιητική, είναι η δύναμη που γεννά μορφές μιας δυναμικής αυτοσυγκρότησης και αυτοπροσδιορισμού όσον αφορά όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές της πραγματικότητας: την ιστορία, την κοινωνία, την πόλη, το άτομο και την ανθρώπινη ψυχή. Η άλλη, η δεύτερη παράμετρος της ύπαρξης -ύπαρξη που αναδύεται από το μη Ον και από την απροσδιοριστία- είναι η δυναμική που καταλύει κάθε μορφή, που διαρρηγνύει το εννοιολογικό σύστημα και την έλλογη ανθρώπινη σκέψη πηγάζοντας μέσα από αρχέγονες «μήτρες», μια δυναμική που έχει να κάνει τόσο με τη ζωή όσο και με τον θάνατο και αγγίζει το άπειρο.

Καθώς αυτές οι δύο δυναμικές μοιάζουν να ξεπερνούν το πλαίσιο του ανθρώπινου πολιτισμού και να ανάγονται σε οντολογικούς προσδιορισμούς της πραγματικότητας στο σύνολό της, θα δούμε ακόμα και τη σπινοζική φύση να διχάζεται σε τούτες τις δύο παντοδύναμες παραμέτρους. Το αδηφάγο μη Ον δεν αποτελεί μονάχα αφετηρία της ύπαρξης, μα δηλώνει αδιάλειπτα την παρουσία του στο παιχνίδι του κόσμου, για να μετατραπεί, στον χώρο της ανθρώπινης πραγματικότητας, στην κατ’ εξοχήν προσδιοριστική συνθήκη του έλλογου όντος: στον θάνατο. Καθώς ο άνθρωπος είναι το μόνο Ον που γνωρίζει πως θα πεθάνει, έχει επινοήσει απέναντι σ’ αυτό το δεδομένο ένα πανίσχυρο αντίδοτο: το νόημα. Νόημα είναι τόσο το να γεννήσεις ένα παιδί όσο και το να γράψεις ένα βιβλίο ή το να χαρίσεις ένα λουλούδι στην αγαπημένη σου. Νόημα είναι επίσης το να σταθείς για δέκα λεπτά μπροστά από το πορτρέτο του Γιαν Σιξ. Νόημα είναι, κατ’ εξοχήν, η επιστήμη, με την τέχνη όμως ο άνθρωπος όχι μόνο αντιπαραθέτει κάτι απέναντι στον θάνατο, μα οπλίζεται απέναντί του για να μπορέσει να συνδιαλεχθεί μαζί του και τελικά να τον δει σαν φίλο – το έσχατο όριό του, τον σιωπηλό ακόλουθο όλης της ζωής του.

Τι αλήθεια νιώθουμε όταν ακούμε τη Missa Solemnis του Μπετόβεν, το Κοντσέρτο του Ανταν Βέμπερν ή όταν διαβάζουμε την Πάτμο του Φρίντριχ Χέλντερλιν; Οσο κι αν προσπαθήσουμε να το προσδιορίσουμε και να το ορίσουμε, θα διαπιστώσουμε πως η έκσταση την οποία αισθανόμαστε έχει μια άρρητη ρίζα, ένα άρρητο θεμέλιο, κάτι σαν αυτό που ο Φουκό καλεί το άσκεπτο.

Τούτη η άρρητη πραγματικότητα, ό,τι καλούμε πνεύμα -πνοή, άνεμος- φωλιάζει κατ’ εξοχήν στο αταξινόμητο και στο αμορφοποίητο. Εδώ συναντάμε τις απαρχές της ελληνικής σκέψης και το ησιόδειο χάος, την οντολογική και κοσμολογική περιοχή όπου ο Δίας έριξε τους νικημένους Τιτάνες. Καθώς το χάος είναι το φυσικό περιβάλλον της απροσδιοριστίας, ο άνθρωπος, όντας αντιμέτωπος με την ανάδυση του κοσμικού φαινομένου από αυτόν ακριβώς τον χώρο, βρίσκεται στη θέση να ονοματίσει και να προσδιορίσει την ίδια την πρώτη ύλη από την οποία είναι φτιαγμένος. Τέχνη σημαίνει τάξη, μορφή· σκέψη, σχήμα και έργο.

Οταν ο Ρίλκε αποφαίνεται πως «κάθε άγγελος είναι αποτρόπαιος», ούτε λίγο ούτε πολύ βεβαιώνει πως το ωραίο είναι φορτισμένο με φρίκη, πως το ωραίο είναι η άλλη όψη του αποτρόπαιου και του καταλυτικού. Μήπως τελικά οι άνθρωποι ανακαλύψουν την τέχνη για να μπορέσουν ν’ αντέξουν την εικόνα του θανάτου και τη ζοφερή Αβυσσο της πραγματικότητας που τους περιβάλλει και τους γεννά, θέτοντάς τους ταυτόχρονα μπροστά στο ενδεχόμενο της επιλογής μέσα από την ευθύνη και την απόφαση; Τι άλλο είναι, άραγε, το έργο τέχνης αν όχι η ασύλληπτη και απρόσκοπτη δύναμη κατάλυσης κάθε οντότητας, κάθε σχήματος, κάθε ύπαρξης, που μπορεί, σε μια οριακή στιγμή που καλούμε καλλιτεχνικό αριστούργημα, να χωρέσει ίσως και μέσα σ’ ένα αχνό περίγραμμα από μολύβι;

Τη στιγμή που ο Χολμπάιν και ο Ντα Βίντσι φιλοτέχνησαν τα συγκλονιστικά τους σχέδια, δέχονταν, θα λέγαμε, ένα μήνυμα από το υπερπέραν: ο πραγματικά χαρισματικός άνθρωπος είναι επιφορτισμένος με μια βαριά ευθύνη· να πραγματοποιήσει το έργο του σαν πράξη ύψιστης προσφοράς στην εποχή του και στις γενιές που θ’ ακολουθήσουν, έχοντας πρώτα αντέξει ίσως μια ζωή γεμάτη με αντιξοότητες και στερήσεις και έχοντας παλέψει με μοναδικό του εφόδιο το πάθος και την προσδοκία για το επερχόμενο δημιούργημα.

Ζούμε σε μια εποχή φτωχή σε μεγάλα έργα και φτωχή σε μνήμη όσον αφορά τα μεγάλα έργα του παρελθόντος. Καθώς, όμως, όσο ζούμε έχουμε και αιτήματα, δεν παύουμε να σχετιζόμαστε με τους άλλους επιδιώκοντας μια όλο και πιο ολοκληρωμένη επικοινωνία. Ας δούμε, λοιπόν, τη μεγάλη τέχνη όχι μόνον ως μέσο μοναχικής περισυλλογής, μα και ως τρόπο να επικοινωνήσουμε την εμπειρία μας στους άλλους, συστήνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ένα άλλο είδος δημιουργίας.

Πηγή άρθρου : http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=304274

ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΦΩΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Πήλινα λυχνάρια, γυάλινα καντήλια, κηροστάτες και κηροπήγια, πολυάγκιστρα, αλλά και ηλεκτρικοί λαμπτήρες. Σύνολο, 230 αντικείμενα, συγκεντρωμένα σε μία έκθεση που εξιστορεί τη σημασία και την εξέλιξη του τεχνητού φωτισμού, από την εποχή του Βυζαντίου έως τον 20ό αιώνα.

Λυχνάρι σε σχήμα ψαριού: αυτός ο τύπος των λυχναριών θεωρείται αιγυπτιακής προέλευσης και απαντά κυρίως κατά τους 4ο και 5ο αι. μ.Χ. (το συγκεκριμένο είναι από τη συλλογή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου)Λυχνάρι σε σχήμα ψαριού: αυτός ο τύπος των λυχναριών θεωρείται αιγυπτιακής προέλευσης και απαντά κυρίως κατά τους 4ο και 5ο αι. μ.Χ. (το συγκεκριμένο είναι από τη συλλογή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου)Θα πραγματοποιηθεί από τον Οκτώβριο του 2011 έως τον Ιούνιο του 2012 στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, ενταγμένη στις εκδηλώσεις του ΥΠΠΟΤ «Θεσσαλονίκη, Σταυροδρόμι Πολιτισμών» και για την πραγματοποίησή της συμμετέχουν τέσσερα μουσεία και έξι εφορείες αρχαιοτήτων. Ο τίτλος της, «Μια ιστορία από φως, στο φως».

Για όποιον δύσπιστο, ωστόσο, διατηρεί τις επιφυλάξεις του ως προς τη σημασία αλλά και τη γοητεία μιας τέτοιας έκθεσης, οι διοργανωτές διευκρινίζουν ότι οι στόχοι τους δεν περιορίζονται στην προβολή της χρηστικής διάστασης του τεχνητού φωτισμού στην καθημερινή ζωή. Το φως εκπροσωπεί τα πάντα: από υλικές μέχρι πνευματικές ανάγκες. Και μπορεί να παίξει ρόλο στη διαμόρφωση των κοινωνικών συνθηκών ή σε θρησκευτικές αναζητήσεις και να εκφράσει ακόμα και μεταφυσικές ανησυχίες. Η παρακολούθηση της εξέλιξης των φωτιστικών μεθόδων μπορεί επιπλέον να οδηγήσει σε συμπεράσματα για την οικονομία ή την τεχνολογική εξέλιξη. Και όλα αυτά φιλοδοξεί να… φωτίσει το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο.

Η έκθεση έχει επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, πόλη-σταυροδρόμι χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, πολιτισμών, θρησκειών και λατρευτικών δογμάτων και γι’ αυτό πρόσφορο «έδαφος» για την αφομοίωση και διάδοση τεχνολογικών καινοτομιών. Για την υλοποίησή της οι διοργανωτές έχουν εξασφαλίσει τον προσωρινό δανεισμό των έργων, από διαφορετικές συλλογές.

Η πλειονότητα των εκθεμάτων (110 καντήλια, λύχνοι, υαλωμένα κεραμικά σε σχήμα αβγού, πολυάγκιστρα, κηροστάτες και σταυροί με επίθετες θέσεις ανάρτησης λυχνιών) προέρχεται από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης. Τα υπόλοιπα θα σταλούν: Από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης που δέχτηκε το δανεισμό 22 λύχνων. Από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο που συνεισφέρει με ένα μεσοβυζαντινό μεταλλικό κηροπήγιο πρόθεσης. Από τέσσερις Εφορείες Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (7η, 9η, 10η και 12η), που δίνουν από έναν πήλινο λυχνούχο από τη Θάσο του 5ου-6ου αι. μ.Χ. και λυχνάρια των 3ου-13ου αι. μ.Χ., μέχρι και δύο γυάλινα καντήλια από πολυκάνδηλο (5ου-6ου αι. μ.Χ.) που εντοπίστηκαν στην ανασκαφή του Φρουρίου της Λάρισας. Και από δύο Εφορείες Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΙΣΤ’ και ΚΖ’) που θα δανείσουν 45 λυχνάρια της Αρχαίας Αγοράς Θεσσαλονίκης, καθώς και ένα χάλκινο σταυρό και ένα γυάλινο καντήλι από την κοιμητηριακή βασιλική του Δίου.

Στην έκθεση συμμετέχει όμως με 9 αντικείμενα και το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης του Μουσείου Μπενάκη, ενώ επιδιώκεται ο δανεισμός τριών σχετικών έργων από μουσεία του Ισραήλ και της Αιγύπτου. Οσο για τα φωτιστικά μέσα των νεότερων χρόνων, προέρχονται από τη συλλογή του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου.

Τα εκθέματα θα κατανεμηθούν ως εξής:

*Εισαγωγική Ενότητα: γίνεται μια αναδρομή στην ιστορία του τεχνητού φωτισμού, ώστε να συνδέσουν οι επισκέπτες την εποχή τους με το παρελθόν και να κατανοήσουν ότι η τεχνολογία, η οικονομία και οι υλικές και πνευματικές ανάγκες καθορίζουν τη μορφή των φωτιστικών μέσων.

*Ενότητα Ι: παρέχονται πληροφορίες για το φωτισμό στους βυζαντινούς χρόνους.

*Ενότητα ΙΙ: θέμα της είναι η σχέση του τεχνητού φωτισμού με τη θρησκεία. Καταδεικνύεται ότι τα φωτιστικά μέσα ήταν κοινή ανάγκη για τον ιουδαϊσμό, το χριστιανισμό και το μουσουλμανισμό και επισημαίνονται οι κοινές επιλογές και οι διαφοροποιήσεις των πιστών, ανάλογα με τη θρησκεία τους.

*Ενότητα ΙΙΙ: ο τεχνητός φωτισμός στα νεότερα χρόνια. Επιδιώκεται να γίνει σαφές ότι οι πραγματικές τομές στον τεχνητό φωτισμό συνέβησαν κυρίως από το 19ο αιώνα έως τις μέρες μας.

Με αφορμή την έκθεση, τον Οκτώβριο θα συνδιοργανωθεί με τη «Διεθνή Λυχνολογική Εταιρεία» συζήτηση στρογγυλης τράπεζας, στο χώρο του μουσείου, με θέμα το φωτισμό. *