Η τέχνη της ανατροπής

Επαναστατικοί ζωγραφικοί πειραματισμοί διηγούνται την ιστορία του ρεύματος της Ρωσικής Πρωτοπορίας στην έκθεση «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή»

Λιουμπόβ Πόποβα, μακέτα εξωφύλλου για το περιοδικό Αρτίστι Κινό (Καλλιτέχνες Κινηματογράφου), 1922, γκουάς και μελάνι σε χαρτόνι

Λιουμπόβ Πόποβα, μακέτα εξωφύλλου για το περιοδικό Αρτίστι Κινό (Καλλιτέχνες Κινηματογράφου), 1922, γκουάς και μελάνι σε χαρτόνι

Επαναστατικοί ζωγραφικοί πειραματισμοί διηγούνται την ιστορία του ρεύματος της Ρωσικής Πρωτοπορίας στην έκθεση «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή»

Τη δυναμική που έχει ακόμη και σε νεότερες γενιές εικαστικών η συλλογή Κωστάκη επισημαίνει η νέα έκθεση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης με τίτλο «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή. Ρωσική Πρωτοπορία και Σύγχρονη Τέχνη», η οποία φιλοξενείται στη Μονή Λαζαριστών από την ερχόμενη Παρασκευή ως τις 24 Μαρτίου.

Ο τίτλος της έκθεσης αποτελείται από τρεις λέξεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ρωσική πρωτοποριακή τέχνη, καθώς συναντώνται σε ένα μεγάλο ποσοστό έργων της εποχής, ενώ ταυτόχρονα περιγράφουν τις φάσεις και την εξέλιξη της Ρωσικής Πρωτοπορίας, από τους πρώτους γεωμετρικά αφηρημένους ζωγραφικούς πειραματισμούς ως την κονστρουκτιβιστική λογική και τη βιομηχανική παραγωγή χρηστικών αντικειμένων.

Η συλλογή Κωστάκη του ΚΜΣΤ περιλαμβάνει έργα τέχνης και χρηστικά αντικείμενα που χρονολογούνται περίπου από το 1900 ως το 1930, την περίοδο που είναι γνωστή στην ιστορία της τέχνης ως Ρωσική Πρωτοπορία, ενώ συγκεντρώνει στους κόλπους της ποικίλα και διαφορετικά ρεύματα της μη αντικειμενικής τέχνης και πολλούς εκπροσώπους της, οι οποίοι λειτουργούσαν με απώτερο στόχο την ανατροπή του κατεστημένου καλλιτεχνικού τοπίου και την ανάμειξη της τέχνης με την καθημερινότητα και την ουτοπική, σοσιαλιστική κοινωνία που η Ρωσική Επανάσταση ευαγγελιζόταν.

Παράλληλα, η ίδια η συλλογή αντικατοπτρίζει την ενασχόληση των καλλιτεχνών της επαναστατικής και Σοβιετικής Ρωσίας με κάθε είδους τέχνη και τεχνική.

Υπ’ αυτό το πρίσμα οι ιστορικοί τέχνης-επιμελητές του ΚΜΣΤ προσκάλεσαν εικαστικούς και designers σε ένα εργαστήριο, στη συνέχεια τους ξενάγησαν στην έκθεση της συλλογής Κωστάκη, παρακολούθησαν διαλέξεις, επισκέφτηκαν τις αποθήκες όπου φυλάσσεται η συλλογή και δημιούργησαν ένα έργο ή μια σειρά έργων με θέμα «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή. Ρωσική Πρωτοπορία και Σύγχρονη Τέχνη».

Εκτός από τα έργα αυτά, στην έκθεση θα παρουσιαστούν και μικρά σχέδια, χαρακτικά και περιοδικά της συλλογής Κωστάκη που δεν έχουν φιλοξενηθεί σε παλιότερες εκθέσεις.

Στην έκθεση φιλοξενούνται και έργα τεσσάρων σύγχρονων εικαστικών, της Β. Γκαβαϊσέ, του Κ. Γραμμένου, του Ν. Καναρέλη και της Γ. Σαγρή, οι οποίοι γνωρίζουν το ιστορικό φαινόμενο της Ρωσικής Πρωτοπορίας και έχουν εμπνευστεί από αυτό σε παλιότερες εργασίες τους.

Εικαστικά ντοκουμέντα τού σήμερα

Από τη ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Η οικονομική κρίση έχει και τα καλά της. Παράδοξο; Επειτα από δύο χλιαρές αθηναϊκές Biennale με καλή χορηγική υποστήριξη, η φετινή έκανε το θαύμα της, με τα ελάχιστα.

Κώστας Σφήκας, «Αλληγορία», 1986, Still από ταινία, ευγενική παραχώρηση του Παναγιώτη ΣασλίδηΚώστας Σφήκας, «Αλληγορία», 1986, Still από ταινία, ευγενική παραχώρηση του Παναγιώτη ΣασλίδηΤι είναι αυτό που κάνει τόσο γοητευτική τη φετινή Biennale της Αθήνας; Με μια πρώτη ματιά θα πει ο σώφρων θεατής ότι είναι το κτήριο, αυτή η έξοχη Διπλάρειος Σχολή που, προσωπικά, δεν γνώριζα ότι υπήρχε και τα έργα που ακολουθούν την ίδια ατμόσφαιρα, ως να ήσαν πάντα εκεί.

Ισως αυτή η έξοχη παρουσία, επίτευγμα της Ξένιας Καλπατζόγλου, του Poka Yio και του Nicolas Bourriaud (με εξαιρετικό παρελθόν τόσο στο Παλέ ντι Τοκιό του Παρισιού όσο και στο στοχασμό του ως διανοούμενου και πολυπλάγμονος) να οφείλεται στην ταύτιση του μέσα με το έξω, της πόλης γύρω από την πλατεία Θεάτρου και του ίδιου του εσωτερικού. Αυτά τα στοιχεία, ναι, υπάρχουν, είναι έντονα και εμείς όλοι έχουμε υποστεί το βασανιστήριο της καταρρέουσας πόλης, την αγωνία πόσους ζητιάνους να συναντήσεις, τι θα τους πεις αλλά και τι θα πεις στον εαυτό σου που τρέμει στην ανασφάλεια του ασαφούς μέλλοντος και της ταλαιπωρίας που τον περιμένει.

Ολα αυτά ισχύουν. Ισχύει ωστόσο και κάτι άλλο πολύ πιο ισχυρό, που συμβαίνει στην κοινότητα της τέχνης της οποίας η Biennale είναι καθρέφτης, αυτή τη στιγμή. Μήπως το νιώθετε και εσείς; Κάπου, κάτι δεν άλλαξε και αφήσαμε έξω την πιπίλα τύπου «διεθνές», «trendy», «ultra contemporary», κάτι δεν μας φώτισε αιφνίδια για να αφήσουμε πίσω τις τάσεις και τις σχολές και εκείνο το φαφλατάδικο new pop art και τα σημειωμένα χαρτάκια του neo εννοιολογικού και τους άνευ έργου και έρευνας εννοιολογισμούς;

Συγκίνηση

Μήπως η κρίση δεν επέδρασε στο να μπει λίγο νερό στην έπαρση μιας νεότητας στην τέχνη και είδαμε έργα καλλιτεχνών, όπως της Ρένας Παπασπύρου (και ας μου πει όποιος θέλει ότι αυτό και αν είναι η super νεότης) ή του Μιχάλη Κατζουράκη, μαζί με των μαθητών τους και των νεότερων που μας συγκίνησαν, όπως εκείνο το φιλμάκι του Κωστή Σταφυλάκη, που ανήκει στις καλύτερες στιγμές της έκθεσης, ή τις φωτογραφίες της Caroline May;

Η περιήγηση στο κτήριο, που στέκεται σε ντοκουμέντα, τα οποία ανήκουν στην ιστορία του και άλλα που στέκονται στην ιστορία της Αθήνας, δίχως τις γνωστές κορόνες της «νοσταλγίας» και του μελό, περνά από καλά ή μέτρια έργα, τα οποία ωστόσο δεν ενοχλούν γιατί τα απορροφά το σύνολο και επειδή δεν σε ενδιαφέρει και τόσο το τι κάνει ο καθένας, αλλά πώς πλέκεται το σύνολο από τους επιμελητές και με ποιον τρόπο η έκθεση γίνεται ντοκουμέντο του σήμερα, το οποίο σήμερα διαθέτει το παρελθόν και το μέλλον του και δεδομένου ότι κραυγαλέα κακό έργο δεν υπάρχει για να βγάζει μάτι και ότι η έκθεση είναι καταγραφή μιας κατάστασης.

Ποιας κατάστασης; Το δηλώνει περισσότερο ξεκάθαρα ο Josef Robakowski, που για 20 χρόνια (1979-1999) βιντεοσκοπεί από το παράθυρό του ανθρώπους και κτήρια που αλλάζουν συνεχώς. Θυμάστε εκείνη τη δεκαετία 1990 της μεγάλης ελληνικής χλίδας και της παρακμής των αντοχών.

Από την άλλη, ο Βαγγέλης Βλάχος, ο πλέον έγκυρος καλλιτέχνης εμπνευσμένου αρχείου, και η έρευνά του σε υλικό φωτογραφικό, η ομάδα Underconstration με τη συλλογή γραφείων δημόσιου κτηρίου, ο Ανδρέας Λόλης και τα μάρμαρά του, έργα που ίσως τα έχουμε ξαναδεί, όμως αυτή τη φορά μπαίνουν σε ένα άλλο πλαίσιο, και πάνω από όλα ο Νίκος Χαραλαμπίδης, ιδιοφυής και έντονα πολιτικοποιημένος, και οι εγκαταστάσεις του, με έργα που απευθύνονται στο σήμερα. Εκείνο το σπίτι του μετανάστη που πήγε και βόλτα στην πόλη για να γίνει κέλυφος στον άστεγο που κοιμάται στο παγκάκι, ευαίσθητο και ισχυρό.

Μικρός Πρίγκιπας

Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο με τα έργα, τα οποία τα κρατώ όλα, ακόμη και τα πιο μέτρια, ως μη αδιάφορα για το ζήτημα που βάζουν. Το «Μονόδρομο». Γιατί η έκθεση είναι η ατμόσφαιρα και η αναφορά στον Γερμανοεβραίο Walter Benjamin και το ομώνυμο βιβλίο του, αλλά και η συνάντηση με τον Μικρό Πρίγκιπα του Εξιπερί. Το αβγό του φιδιού δεν έχει αθωότητα, άρα τον Μικρό Πρίγκιπα δεν τον συνάντησα, μόνο τη δική μου Αθήνα και την εικόνα της. Με μια διαφορά. Οταν βλέπω μια τέτοια έκθεση, μικρός πρίγκιπας γίνομαι εγώ. Και αυτό μ’ αρέσει.

ΥΓ. Το Πάρκο Ελευθερίας και οι χώροι του Μουσείου Ελευθέριος Βενιζέλος και ΕΑΤ-ΕΣΑ μπορούσαν και να μη χρησιμοποιηθούν. Μας κάλυψε απόλυτα η Διπλάρειος. Ως μικροί πρίγκιπες, ωστόσο, χαρήκαμε για την ευκαιρία της επίσκεψης.

Πηγή άρθρου :http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=323883

Ο ζωγράφος Ελύτης

Ποια μπορεί να είναι η σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τον Πάμπλο Πικάσο; Γιατί υπάρχει μια σχέση μαζί του, όπως σχέσεις και επαφές του Ελύτη υπάρχουν με αρκετούς ακόμα μεγάλους ζωγράφους. Π.χ. Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι, Ντε Κίρικο. Τους είχε γνωρίσει πολύ πριν γευτεί τη δόξα του Νομπέλ, κοντά στα σαράντα του χρόνια, μέσω του ελληνογάλλου τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ.
Είχε πάει στο Παρίσι, τότε, τέλη της δεκαετίας του ’40, όπου παρακολούθησε μάλιστα – στη Σορβόννη – μαθήματα Φιλοσοφίας. Ειδικά για τον Πικάσο έγραψε αργότερα και ένα ωραιότατο κείμενο στο οποίο περιέγραφε και την καθημερινότητα του διάσημου ζωγράφου – και πόσο αυτή τον βοήθησε και εκείνον να αποβάλει κάποια «συμπλέγματα». Ο Πικάσο του έκανε και μία, επίσης ωραία, προσωπική αφιέρωση.
Ολα αυτά θα τα δούμε σε μια έκθεση στο Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη που φέρει τον τίτλο «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και ζωγραφική». Μια έκθεση που περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές ενότητες: τα έργα του ίδιου του Οδυσσέα Ελύτη, σημαντικά έργα σπουδαίων ζωγράφων για τα οποία ο Ελύτης έγραψε αισθητικά δοκίμια ή με τους οποίους υπήρξε φίλος και έργα εμπνευσμένα από την ποίηση του Ελύτη, τα περισσότερα φτιαγμένα ειδικά για την έκθεση. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι τα ζωγραφικά έργα του ποιητή – κολάζ, τέμπερες, υδατογραφίες – παρουσιάζονται ουσιαστικά για πρώτη φορά στο κοινό. Τουλάχιστον είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζονται σε τέτοια έκταση – θα δούμε δηλαδή τα περισσότερα από τα 150 έργα του – καθώς μία έκθεση, το 1980, στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη παρουσίαζε συγκεκριμένες συνεικόνες του ενώ μία άλλη έκθεση που παρουσίασε αρκετά έργα του πραγματοποιήθηκε εκτός Αθηνών – το 1992, στην Ανδρο.
Θα μπορούσε όμως να χαρακτηρίσει κανείς τον Οδυσσέα Ελύτη και ζωγράφο; «Στον Ελύτη δεν υπάρχει ισότιμη δραστηριότητα, όπως λ.χ. στον Εγγονόπουλο», λέει στα «ΝΕΑ» η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, διαχειρίστρια των πνευματικών δικαιωμάτων του Ελύτη και εκ των εμπνευστών της έκθεσης. «Ενώ ήταν βαθύς γνώστης των ρευμάτων στις εικαστικές τέχνες, ζωγράφιζε, έκανε κολάζ στον ελεύθερο χρόνο του μόνο γιατί, όπως έλεγε, ήταν κάτι που τον ξεκούραζε. Και θεωρούσε τον εαυτό του ερασιτέχνη ζωγράφο».
Τα έργα του Ελύτη, πάντα «μικρών διαστάσεων», έχουν ως κυρίαρχα θέματα «το μυστήριο της ζωής, τον άνθρωπο και τα πάθη του, τη μυστηριακή και θεϊκή υπόσταση της φύσης», όπως παρατηρεί ο επιμελητής Τ. Μαυρωτάς. Και προσπαθεί, μέσα από αυτά, προσηλώνοντας το βλέμμα του στη φύση και τον κόσμο γύρω, «να ανιχνεύσει τις πολλαπλές δυνατότητες της πραγματικότητας».
Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τα εκτιθέμενα έργα προέρχονται από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Πινακοθήκη, πολλές ιδιωτικές συλλογές και τους ίδιους τους συμμετέχοντες σύγχρονους δημιουργούς.

Τιμή ρεκόρ για πίνακα του Έγκον Σίλε

Σε τιμή ρεκόρ πουλήθηκε την Τετάρτη πίνακας του Αυστριακού ζωγράφου Έγκον Σίλε από τον οίκο δημοπρασιών Σόθμπις, στο Λονδίνο. Πρόκειται για τον πίνακα «Houses with laundry», που φιλοτέχνησε ο Σίλε το 1914 και σύμφωνα με τον Σόθμπις πουλήθηκε έναντι 40,1 εκατομμυρίων δολαρίων.

Έργο του Σίλε στο μουσείο ΛεοπόλντΈργο του Σίλε στο μουσείο ΛεοπόλντΤο έργο του εξπρεσιονιστή ζωγράφου δόθηκε για δημοπρασία από το μουσείο Λέοπολντ της Βιέννης και αγοράστηκε από πλειοδότη, ο οποίος διατήρησε την ανωνυμία του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για το υψηλότερο ποσό που δόθηκε ποτέ για έργο του Σίλε, ο οποίος πέθανε σε ηλικία μόλις 28 ετών.

Ο Έγκον Σίλε γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1890 στο Τουλν αν ντερ Ντόναου στην Κάτω Αυστρία. Σε ηλικία 16 ετών πήγε για σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βιέννης όμως σύντομα τις παράτησε και ακολούθησε τον Γκούσταβ Κλιμτ.

Εβδομήντα αριστουργήματα εκ Λαρίσης

Ενα μέρος από την περίφημη συλλογή έργων τέχνης του αείμνηστου Λαρισαίου γιατρού Γιώργου Ι. Κατσίγρα, που αριθμεί συνολικά περισσότερα από επτακόσια αριστουργήματα της νεοελληνικής ζωγραφικής, χαρακτικής και σχεδίου, παρουσιάζεται από σήμερα στην Αθήνα.

Πολύκλειτος Ρέγκος, Πορτρέτο κοριτσιού, 1927Πολύκλειτος Ρέγκος, Πορτρέτο κοριτσιού, 1927Το Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη (Βασ. Σοφίας 9 & Μέρλιν 1) φιλοξενεί και πρωτοπαρουσιάζει στην πρωτεύουσα 70 και πλέον έργα που αποκαλύπτουν μια σημαντική πτυχή της νεοελληνικής τέχνης.

Ανάμεσα στους πίνακες της έκθεσης αναγνωρίζονται «Η Ζάκυθος» του Γ. Αβλιχου, «Η Αγία Καικιλία» του Θ. Ράλλη, «Το λιμάνι της Πάτρας» του Β. Χατζή, «Το Λαύριο», «Η Ακρόπολη», «Η Σπάρτη», και «Οι Δελφοί» του Κ. Μαλέα, «Η γυναίκα με το σάλι» του Δ. Γαλάνη, «Το σπίτι με την κόκκινη τέντα» του Μ. Οικονόμου, «Ο ναός της Αφαίας» του Γ. Στέρη, «Η πολιτεία» του Αγ. Αστεριάδη, «Το πορτρέτο του κοριτσιού» του Π. Ρέγκου, «Το γυμνό» του Γ. Μόραλη, «Η διαδήλωση» του Γ. Ψυχοπαίδη κ.ά.

Μαρτυρία για τον κόσμο

«Πάθος και πνεύμα, περισυλλογή και εγρήγορση διακρίνονται στα έργα της συλλογής. Πρόκειται πρωτίστως για πίνακες ζωγραφικής οι οποίοι προτείνουν μια μαρτυρία για τον κόσμο και τον πολιτισμό μας. Ο πολυπρόσωπος χαρακτήρας των καλλιτεχνών της συλλογής μάς δίνει μια πολύπλευρη εικόνα των αισθητικών τάσεων και των πολλαπλών αναζητήσεων» σημειώνει ο επιμελητής της έκθεσης Τάκης Μαυρωτάς. Και προσθέτει: «Η αναπαράσταση του ορατού κόσμου, η απεικόνιση του ελληνικού ορεινού και πεδινού τοπίου, οι προσωπογραφίες, οι εικόνες της μνήμης και της ζωής αποτελούν τη βάση των επιλογών του συλλέκτη».

Ενδιαφέρον έχει όμως και η ιστορία του Γιώργου Κατσίγρα, που γεννήθηκε στη Νέα Φιλιππούπολη της Λάρισας το 1914, την περιοχή που ίδρυσε ο πατέρας του με αρκετούς Φιλιππουπολίτες, που είχαν εκδιωχθεί από την Ανατολική Ρωμυλία. Σπούδασε ιατρική στο Παναπιστήμιο Αθηνών και αναγορεύτηκε διδάκτωρ Χειρουργικής.

Από τη δεκαετία του ’50

Τη συλλογή έργων τέχνης την ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Την ίδια εποχή απέκτησε τα έπιπλα του γραφείου του κορυφαίου αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν, που ήταν σχεδιασμένα από τον Ερνέστο Τσίλερ και κατασκευασμένα στη Βιέννη το 1880. Τη δεκαπενταετία 1950-65 απέκτησε σημαντικούς πίνακες των Κωνσταντίνου Μαλέα, Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη, Γιώργου Γουναρόπουλου, Πολύκλειτου Ρέγκου και παράλληλα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με τους καλλιτέχνες Βασίλη Ιθακήσιο, Δημήτρη Γαλάνη, Σπύρο Βασιλείου, Αντώνη Κανά, Κώστα Μαλάμο, Δημήτρη Γιολδάση κ.ά. Αντιπροσωπευτικά έργα τους κοσμούν τη συλλογή του.

Το 1981 δώρισε στο Δήμο Λάρισας τη συλλογή των 781 έργων, με την προϋπόθεση να δημιουργηθεί μουσείο και νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας – Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα». Αργότερα στη δωρεά αυτή πρόσθεσε τα έπιπλα του Σλήμαν καθώς επίσης 1.250 βιβλία τέχνης και 4.500 βιβλία λογοτεχνίας και ποίησης. Το 1983 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο της Τάξεως των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών. Πέθανε στη Λάρισα το 1998.

* Διάρκεια έκθεσης έως 18 Σεπτεμβρίου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ