Η τέχνη της ανατροπής

Επαναστατικοί ζωγραφικοί πειραματισμοί διηγούνται την ιστορία του ρεύματος της Ρωσικής Πρωτοπορίας στην έκθεση «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή»

Λιουμπόβ Πόποβα, μακέτα εξωφύλλου για το περιοδικό Αρτίστι Κινό (Καλλιτέχνες Κινηματογράφου), 1922, γκουάς και μελάνι σε χαρτόνι

Λιουμπόβ Πόποβα, μακέτα εξωφύλλου για το περιοδικό Αρτίστι Κινό (Καλλιτέχνες Κινηματογράφου), 1922, γκουάς και μελάνι σε χαρτόνι

Επαναστατικοί ζωγραφικοί πειραματισμοί διηγούνται την ιστορία του ρεύματος της Ρωσικής Πρωτοπορίας στην έκθεση «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή»

Τη δυναμική που έχει ακόμη και σε νεότερες γενιές εικαστικών η συλλογή Κωστάκη επισημαίνει η νέα έκθεση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης με τίτλο «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή. Ρωσική Πρωτοπορία και Σύγχρονη Τέχνη», η οποία φιλοξενείται στη Μονή Λαζαριστών από την ερχόμενη Παρασκευή ως τις 24 Μαρτίου.

Ο τίτλος της έκθεσης αποτελείται από τρεις λέξεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ρωσική πρωτοποριακή τέχνη, καθώς συναντώνται σε ένα μεγάλο ποσοστό έργων της εποχής, ενώ ταυτόχρονα περιγράφουν τις φάσεις και την εξέλιξη της Ρωσικής Πρωτοπορίας, από τους πρώτους γεωμετρικά αφηρημένους ζωγραφικούς πειραματισμούς ως την κονστρουκτιβιστική λογική και τη βιομηχανική παραγωγή χρηστικών αντικειμένων.

Η συλλογή Κωστάκη του ΚΜΣΤ περιλαμβάνει έργα τέχνης και χρηστικά αντικείμενα που χρονολογούνται περίπου από το 1900 ως το 1930, την περίοδο που είναι γνωστή στην ιστορία της τέχνης ως Ρωσική Πρωτοπορία, ενώ συγκεντρώνει στους κόλπους της ποικίλα και διαφορετικά ρεύματα της μη αντικειμενικής τέχνης και πολλούς εκπροσώπους της, οι οποίοι λειτουργούσαν με απώτερο στόχο την ανατροπή του κατεστημένου καλλιτεχνικού τοπίου και την ανάμειξη της τέχνης με την καθημερινότητα και την ουτοπική, σοσιαλιστική κοινωνία που η Ρωσική Επανάσταση ευαγγελιζόταν.

Παράλληλα, η ίδια η συλλογή αντικατοπτρίζει την ενασχόληση των καλλιτεχνών της επαναστατικής και Σοβιετικής Ρωσίας με κάθε είδους τέχνη και τεχνική.

Υπ’ αυτό το πρίσμα οι ιστορικοί τέχνης-επιμελητές του ΚΜΣΤ προσκάλεσαν εικαστικούς και designers σε ένα εργαστήριο, στη συνέχεια τους ξενάγησαν στην έκθεση της συλλογής Κωστάκη, παρακολούθησαν διαλέξεις, επισκέφτηκαν τις αποθήκες όπου φυλάσσεται η συλλογή και δημιούργησαν ένα έργο ή μια σειρά έργων με θέμα «Σύνθεση-Κατασκευή-Παραγωγή. Ρωσική Πρωτοπορία και Σύγχρονη Τέχνη».

Εκτός από τα έργα αυτά, στην έκθεση θα παρουσιαστούν και μικρά σχέδια, χαρακτικά και περιοδικά της συλλογής Κωστάκη που δεν έχουν φιλοξενηθεί σε παλιότερες εκθέσεις.

Στην έκθεση φιλοξενούνται και έργα τεσσάρων σύγχρονων εικαστικών, της Β. Γκαβαϊσέ, του Κ. Γραμμένου, του Ν. Καναρέλη και της Γ. Σαγρή, οι οποίοι γνωρίζουν το ιστορικό φαινόμενο της Ρωσικής Πρωτοπορίας και έχουν εμπνευστεί από αυτό σε παλιότερες εργασίες τους.

Εικαστικά ντοκουμέντα τού σήμερα

Από τη ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Η οικονομική κρίση έχει και τα καλά της. Παράδοξο; Επειτα από δύο χλιαρές αθηναϊκές Biennale με καλή χορηγική υποστήριξη, η φετινή έκανε το θαύμα της, με τα ελάχιστα.

Κώστας Σφήκας, «Αλληγορία», 1986, Still από ταινία, ευγενική παραχώρηση του Παναγιώτη ΣασλίδηΚώστας Σφήκας, «Αλληγορία», 1986, Still από ταινία, ευγενική παραχώρηση του Παναγιώτη ΣασλίδηΤι είναι αυτό που κάνει τόσο γοητευτική τη φετινή Biennale της Αθήνας; Με μια πρώτη ματιά θα πει ο σώφρων θεατής ότι είναι το κτήριο, αυτή η έξοχη Διπλάρειος Σχολή που, προσωπικά, δεν γνώριζα ότι υπήρχε και τα έργα που ακολουθούν την ίδια ατμόσφαιρα, ως να ήσαν πάντα εκεί.

Ισως αυτή η έξοχη παρουσία, επίτευγμα της Ξένιας Καλπατζόγλου, του Poka Yio και του Nicolas Bourriaud (με εξαιρετικό παρελθόν τόσο στο Παλέ ντι Τοκιό του Παρισιού όσο και στο στοχασμό του ως διανοούμενου και πολυπλάγμονος) να οφείλεται στην ταύτιση του μέσα με το έξω, της πόλης γύρω από την πλατεία Θεάτρου και του ίδιου του εσωτερικού. Αυτά τα στοιχεία, ναι, υπάρχουν, είναι έντονα και εμείς όλοι έχουμε υποστεί το βασανιστήριο της καταρρέουσας πόλης, την αγωνία πόσους ζητιάνους να συναντήσεις, τι θα τους πεις αλλά και τι θα πεις στον εαυτό σου που τρέμει στην ανασφάλεια του ασαφούς μέλλοντος και της ταλαιπωρίας που τον περιμένει.

Ολα αυτά ισχύουν. Ισχύει ωστόσο και κάτι άλλο πολύ πιο ισχυρό, που συμβαίνει στην κοινότητα της τέχνης της οποίας η Biennale είναι καθρέφτης, αυτή τη στιγμή. Μήπως το νιώθετε και εσείς; Κάπου, κάτι δεν άλλαξε και αφήσαμε έξω την πιπίλα τύπου «διεθνές», «trendy», «ultra contemporary», κάτι δεν μας φώτισε αιφνίδια για να αφήσουμε πίσω τις τάσεις και τις σχολές και εκείνο το φαφλατάδικο new pop art και τα σημειωμένα χαρτάκια του neo εννοιολογικού και τους άνευ έργου και έρευνας εννοιολογισμούς;

Συγκίνηση

Μήπως η κρίση δεν επέδρασε στο να μπει λίγο νερό στην έπαρση μιας νεότητας στην τέχνη και είδαμε έργα καλλιτεχνών, όπως της Ρένας Παπασπύρου (και ας μου πει όποιος θέλει ότι αυτό και αν είναι η super νεότης) ή του Μιχάλη Κατζουράκη, μαζί με των μαθητών τους και των νεότερων που μας συγκίνησαν, όπως εκείνο το φιλμάκι του Κωστή Σταφυλάκη, που ανήκει στις καλύτερες στιγμές της έκθεσης, ή τις φωτογραφίες της Caroline May;

Η περιήγηση στο κτήριο, που στέκεται σε ντοκουμέντα, τα οποία ανήκουν στην ιστορία του και άλλα που στέκονται στην ιστορία της Αθήνας, δίχως τις γνωστές κορόνες της «νοσταλγίας» και του μελό, περνά από καλά ή μέτρια έργα, τα οποία ωστόσο δεν ενοχλούν γιατί τα απορροφά το σύνολο και επειδή δεν σε ενδιαφέρει και τόσο το τι κάνει ο καθένας, αλλά πώς πλέκεται το σύνολο από τους επιμελητές και με ποιον τρόπο η έκθεση γίνεται ντοκουμέντο του σήμερα, το οποίο σήμερα διαθέτει το παρελθόν και το μέλλον του και δεδομένου ότι κραυγαλέα κακό έργο δεν υπάρχει για να βγάζει μάτι και ότι η έκθεση είναι καταγραφή μιας κατάστασης.

Ποιας κατάστασης; Το δηλώνει περισσότερο ξεκάθαρα ο Josef Robakowski, που για 20 χρόνια (1979-1999) βιντεοσκοπεί από το παράθυρό του ανθρώπους και κτήρια που αλλάζουν συνεχώς. Θυμάστε εκείνη τη δεκαετία 1990 της μεγάλης ελληνικής χλίδας και της παρακμής των αντοχών.

Από την άλλη, ο Βαγγέλης Βλάχος, ο πλέον έγκυρος καλλιτέχνης εμπνευσμένου αρχείου, και η έρευνά του σε υλικό φωτογραφικό, η ομάδα Underconstration με τη συλλογή γραφείων δημόσιου κτηρίου, ο Ανδρέας Λόλης και τα μάρμαρά του, έργα που ίσως τα έχουμε ξαναδεί, όμως αυτή τη φορά μπαίνουν σε ένα άλλο πλαίσιο, και πάνω από όλα ο Νίκος Χαραλαμπίδης, ιδιοφυής και έντονα πολιτικοποιημένος, και οι εγκαταστάσεις του, με έργα που απευθύνονται στο σήμερα. Εκείνο το σπίτι του μετανάστη που πήγε και βόλτα στην πόλη για να γίνει κέλυφος στον άστεγο που κοιμάται στο παγκάκι, ευαίσθητο και ισχυρό.

Μικρός Πρίγκιπας

Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο με τα έργα, τα οποία τα κρατώ όλα, ακόμη και τα πιο μέτρια, ως μη αδιάφορα για το ζήτημα που βάζουν. Το «Μονόδρομο». Γιατί η έκθεση είναι η ατμόσφαιρα και η αναφορά στον Γερμανοεβραίο Walter Benjamin και το ομώνυμο βιβλίο του, αλλά και η συνάντηση με τον Μικρό Πρίγκιπα του Εξιπερί. Το αβγό του φιδιού δεν έχει αθωότητα, άρα τον Μικρό Πρίγκιπα δεν τον συνάντησα, μόνο τη δική μου Αθήνα και την εικόνα της. Με μια διαφορά. Οταν βλέπω μια τέτοια έκθεση, μικρός πρίγκιπας γίνομαι εγώ. Και αυτό μ’ αρέσει.

ΥΓ. Το Πάρκο Ελευθερίας και οι χώροι του Μουσείου Ελευθέριος Βενιζέλος και ΕΑΤ-ΕΣΑ μπορούσαν και να μη χρησιμοποιηθούν. Μας κάλυψε απόλυτα η Διπλάρειος. Ως μικροί πρίγκιπες, ωστόσο, χαρήκαμε για την ευκαιρία της επίσκεψης.

Πηγή άρθρου :http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=323883

Δείκτες της ανθρώπινης αγωνίας

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ

Αν υποθέσουμε ότι η τέχνη, στο σύνολό της, αποτυπώνει μια από τις πιο συγκινητικές προσπάθειες του ανθρώπου, την αναμέτρησή του με το χρόνο, η ζωγραφική και γενικότερα οι εικαστικές τέχνες προσεγγίζουν αυτήν την προσπάθεια με τον πιο ευφάνταστο τρόπο.

Το διασημότερο, ίσως, έργο του σουρεαλιστή ζωγράφου έχει δεχτεί δεκάδες ερμηνείες. Ο ίδιος, πάντως, είχε πει ότι το εμπνεύστηκε καθώς παρατηρούσε το λιώσιμο του αγαπημένου του τυριού (καμαμπέρ) πάνω σε ένα τραπέζι μια ηλιόλουστη μέραΤο διασημότερο, ίσως, έργο του σουρεαλιστή ζωγράφου έχει δεχτεί δεκάδες ερμηνείες. Ο ίδιος, πάντως, είχε πει ότι το εμπνεύστηκε καθώς παρατηρούσε το λιώσιμο του αγαπημένου του τυριού (καμαμπέρ) πάνω σε ένα τραπέζι μια ηλιόλουστη μέραΑπό τις περίφημες μηχανές χρονομέτρησης με άμμο και νερό και τα χειροποίητα ρολόγια του αναγεννησιακού Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι τη ζωγραφική, τις εγκαταστάσεις και τη σύγχρονη βιντεο-τέχνη η έννοια του χρόνου και η καταμέτρησή του ωθούσαν τους καλλιτέχνες να γίνουν επινοητικοί και να διευρύνουν τη φαντασία τους.

Τα παραδείγματα είναι άπειρα και οι αναφορές μας στη σχέση του χρόνου με τις εικαστικές τέχνες δεν μπορεί παρά να είναι ενδεικτικές. Το ρολόι, αυτή η μαγική και συνάμα ρεαλιστική μηχανή που μας υπενθυμίζει τη φθαρτή μας φύση, είναι το κυρίαρχο και πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο που διαλέγουν οι καλλιτέχνες για να απεικονίσουν ή να επισημάνουν τη μάχη μας με το χρόνο που αλλάζει διαρκώς.

Ενα από τα πιο γνωστά παραδείγματα του είδους στη ζωγραφική είναι η περίφημη νεκρή φύση, «Το μαύρο ρολόι» του κορυφαίου Γάλλου ζωγράφου Πολ Σεζάν. Πρόκειται για πίνακα που ο μετα-ιμπρεσιονιστής ζωγράφος ολοκλήρωσε γύρω στα 1870. Απεικονίζει ένα τραπέζι με διαφόρων ειδών αντικείμενα. Ενα από αυτά, στη δεξιά πλευρά του πίνακα, είναι ένα μικρό μαύρο ρολόι χωρίς βάση, «χέρια» ή άλλα στηρίγματα. Αντικείμενο που μέσα στις αντιθέσεις του μαύρου και του λευκού χρώματος αποκτά μια αλλόκοτη, μεταφυσική διάσταση και υπογραμμίζει την αίσθηση ενός άχρονου αντικειμένου που βρίσκεται εκεί, αμετάβλητο ανά τους αιώνες.

Με ανάλογο τρόπο χρησιμοποιεί το ρολόι ένας ακόμα μάστερ του μοντερνισμού, ο επίσης Γάλλος Ανρί Ματίς. Στον πίνακα του 1911, «Το κόκκινο ατελιέ», τον οποίο μπορεί να δει κάποιος σήμερα στο ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης, ο Ματίς έχει συμπεριλάβει στα προσωπικά αντικείμενα του ατελιέ του ένα ρολόι, επίσης μετέωρο, να στέκεται στο κενό και να αναστέλλει το χρόνο. Μια από τις πιο αλλόκοτες απεικονίσεις του χρόνου με ένα ακόμη ρολόι, «απρόσωπο», χωρίς να φαίνονται καν οι δείκτες του, εντοπίζεται και στη διάσημη αυτοπροσωπογραφία του Νορβηγού Εντβαρντ Μουνκ. Είναι ο πίνακας «Between the clock and the bed» («Ανάμεσα στο ρολόι και στο κρεβάτι») με τον ζωγράφο να στέκεται όρθιος, σχεδόν μαρμαρωμένος, ανάμεσα στο «τυφλό» ρολόι και στο κρεβάτι του υπνοδωματίου του.

Δεν θα μπορούσαμε, φυσικά, να παραλείψουμε το διασημότερο έργο στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα που έχει θέμα του το χρόνο και τη μνήμη και κυρίαρχο αντικείμενό του το ρολόι. Δεν είναι άλλο από τον πίνακα του Σαλβαντόρ Νταλί «The Persistence of Memory» («Η επιμονή της μνήμης») όπου εύπλαστα, λιωμένα ρολόγια γλιστρούν στο απόκοσμο, ονειρικό τοπίο που γέννησε η φαντασία του σουρεαλιστή ζωγράφου. Είναι από τους πίνακες που χάρισαν στον Νταλί ένα μέρος από τη διεθνή του αναγνώριση. Ο πίνακάς του μέσα στα χρόνια έχει δεχτεί δεκάδες ερμηνείες. Κάποιοι κάνουν λόγο για την επιθυμία του Νταλί να απεικονίσει τη διάσημη, στην εποχή του, «Θεωρία της Σχετικότητας» του Αϊνστάιν ή να εκφράσει τις ιδέες του για τη γέννηση, το θάνατο, την πρόσληψη της πραγματικότητας, τη σεξουαλική επιθυμία, το άγχος που προκαλεί το πέρασμα του χρόνου. Η τελευταία ερμηνεία περί άγχους ενισχύεται, σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς, και από την εικόνα με την επίθεση των μυρμηγκιών που δέχεται το πορτοκαλί ρολόι στην αριστερή πλευρά του πίνακα.

Ο ζωγράφος με το γνωστό, εκκεντρικό του ύφος, είχε αποστομώσει, πάντως, τους αναλυτές του έργου, λέγοντας ότι το εμπνεύστηκε μια ηλιόλουστη μέρα, καθώς παρατηρούσε το λιώσιμο του αγαπημένου του τυριού καμαμπέρ πάνω σε ένα τραπέζι.

Αρκετοί είναι και οι Ελληνες καλλιτέχνες που έχουν επιχειρήσει να αποτυπώσουν το χρόνο και τα σημάδια του στην τέχνη τους. Ενα ανάλογο έργο, με το οποίο ερχόμαστε σχεδόν καθημερινά σε επαφή, είναι το περίφημο «Ωρολόγιον του Μετρό» του γλύπτη Θόδωρου, το οποίο δεσπόζει στο σταθμό του Μετρό στο Σύνταγμα. Μια εγκατάσταση του γλύπτη που έχει και τη χρηστική διάσταση του πραγματικού ρολογιού. Οταν ο γλύπτης ρωτήθηκε, σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Ε» και στη Νινέττα Κοντράρου-Ρασσιά, για την επιλογή του να τοποθετήσει ένα ρολόι στο Σύνταγμα, είχε απαντήσει: «Γιατί σε κάθε σταθμό τρένου, σημείο αναφοράς μέσα από τη λογοτεχνία και το σινεμά είναι το ρολόι. Επίσης, σημαντικό στοιχείο της πόλης είναι το ρολόι. Ηθελα να το επαναφέρω στη μνήμη. Επρεπε να φέρω και το μετρό στην ιστορική του διάσταση. Το τρένο ήταν συνώνυμο της βιομηχανικής επανάστασης. Το Μετρό εκφράζει ένα ρομαντισμό ακόμη και σήμερα. Ηθελα να υποβάλω στον σημερινό χρήστη αυτούς τους συνειρμούς, όχι όμως να τους αναπαράξω».

Τέλος, δεν μπορούμε να παραλείψουμε το πιο σύγχρονο έργο για το χρόνο, το εξαιρετικό «The Clock» («Το ρολόι») του Αμερικανοελβετού εικαστικού Κρίστιαν Μάρκλεϊ που έφυγε από τη φετινή Μπιενάλε της Βενετίας με τον Χρυσό Λέοντα της διοργάνωσης. Η εντυπωσιακή βιντεο-εγκατάσταση, διάρκειας 24 ωρών, συντίθεται από δεκάδες αποσπάσματα ταινιών, κλιπ και τηλεοπτικών σποτ με θέμα τους την ώρα. Οποιαδήποτε στιγμή κι αν μπεις στη σκοτεινή βιντεοπροβολή, ένας κινηματογραφικός ήρωας, από τον Γκάρι Κούπερ έως τον Λόρενς Ολίβιε, θα σε πληροφορήσει, με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο, για το τι ακριβώς ώρα είναι εκείνη τη στιγμή που παρακολουθείς το φιλμ. Το έργο εκθειάζεται ως εξαιρετικό παράδειγμα στοχασμού για τη σχέση μας με το χρόνο, τη φύση της πραγματικότητας και της αφήγησης.*

Πηγή άρθρου :http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=321758#

Ο ζωγράφος Ελύτης

Ποια μπορεί να είναι η σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τον Πάμπλο Πικάσο; Γιατί υπάρχει μια σχέση μαζί του, όπως σχέσεις και επαφές του Ελύτη υπάρχουν με αρκετούς ακόμα μεγάλους ζωγράφους. Π.χ. Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι, Ντε Κίρικο. Τους είχε γνωρίσει πολύ πριν γευτεί τη δόξα του Νομπέλ, κοντά στα σαράντα του χρόνια, μέσω του ελληνογάλλου τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ.
Είχε πάει στο Παρίσι, τότε, τέλη της δεκαετίας του ’40, όπου παρακολούθησε μάλιστα – στη Σορβόννη – μαθήματα Φιλοσοφίας. Ειδικά για τον Πικάσο έγραψε αργότερα και ένα ωραιότατο κείμενο στο οποίο περιέγραφε και την καθημερινότητα του διάσημου ζωγράφου – και πόσο αυτή τον βοήθησε και εκείνον να αποβάλει κάποια «συμπλέγματα». Ο Πικάσο του έκανε και μία, επίσης ωραία, προσωπική αφιέρωση.
Ολα αυτά θα τα δούμε σε μια έκθεση στο Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη που φέρει τον τίτλο «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και ζωγραφική». Μια έκθεση που περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές ενότητες: τα έργα του ίδιου του Οδυσσέα Ελύτη, σημαντικά έργα σπουδαίων ζωγράφων για τα οποία ο Ελύτης έγραψε αισθητικά δοκίμια ή με τους οποίους υπήρξε φίλος και έργα εμπνευσμένα από την ποίηση του Ελύτη, τα περισσότερα φτιαγμένα ειδικά για την έκθεση. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι τα ζωγραφικά έργα του ποιητή – κολάζ, τέμπερες, υδατογραφίες – παρουσιάζονται ουσιαστικά για πρώτη φορά στο κοινό. Τουλάχιστον είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζονται σε τέτοια έκταση – θα δούμε δηλαδή τα περισσότερα από τα 150 έργα του – καθώς μία έκθεση, το 1980, στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη παρουσίαζε συγκεκριμένες συνεικόνες του ενώ μία άλλη έκθεση που παρουσίασε αρκετά έργα του πραγματοποιήθηκε εκτός Αθηνών – το 1992, στην Ανδρο.
Θα μπορούσε όμως να χαρακτηρίσει κανείς τον Οδυσσέα Ελύτη και ζωγράφο; «Στον Ελύτη δεν υπάρχει ισότιμη δραστηριότητα, όπως λ.χ. στον Εγγονόπουλο», λέει στα «ΝΕΑ» η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, διαχειρίστρια των πνευματικών δικαιωμάτων του Ελύτη και εκ των εμπνευστών της έκθεσης. «Ενώ ήταν βαθύς γνώστης των ρευμάτων στις εικαστικές τέχνες, ζωγράφιζε, έκανε κολάζ στον ελεύθερο χρόνο του μόνο γιατί, όπως έλεγε, ήταν κάτι που τον ξεκούραζε. Και θεωρούσε τον εαυτό του ερασιτέχνη ζωγράφο».
Τα έργα του Ελύτη, πάντα «μικρών διαστάσεων», έχουν ως κυρίαρχα θέματα «το μυστήριο της ζωής, τον άνθρωπο και τα πάθη του, τη μυστηριακή και θεϊκή υπόσταση της φύσης», όπως παρατηρεί ο επιμελητής Τ. Μαυρωτάς. Και προσπαθεί, μέσα από αυτά, προσηλώνοντας το βλέμμα του στη φύση και τον κόσμο γύρω, «να ανιχνεύσει τις πολλαπλές δυνατότητες της πραγματικότητας».
Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τα εκτιθέμενα έργα προέρχονται από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Πινακοθήκη, πολλές ιδιωτικές συλλογές και τους ίδιους τους συμμετέχοντες σύγχρονους δημιουργούς.