Φορείς, διαλυτικά και στεγνωτικά υλικά, κόλλες

Τα διαλυτικά υλικά προσδίδουν στα χρώματα και στα βερνίκια την επιθυμητή ρευστότητα, η οποία είναι απαραίτητη για να διευκολυνθεί η διάστρωση, να επιτευχθεί το επιθυμητό πάχος στρώσης και να καταστεί δυνατή ή χρήση διαφόρων εργαλείων (χρωστήρας, ψεκαστήρας, πιστόλι, κύλινδρος).

Στεγνωτικά υλικά χρησιμοποιούνται για να επιταχύνουν την ξήρανση των χρωμάτων και των βερνικιών και επιφέρουν ταχύτερη οξείδωση στα έλαια. Τα κυριότερα στεγνωτικά, είναι τα οξείδια, ή τα άλατα ορισμένων μετάλλων και διάφορες άλλες ύλες, που προέρχονται από τη σαπωνοποίηση του κολοφωνίου ή των ναφθικών οξέων. Οι κόλλες χρησιμοποιούνται κυρίως στους υδροχρωματισμούς ασβέστου, επειδή αυξάνουν την ικανότητα συγκολλήσεως των κόκκων μεταξύ τους και την πρόσφυση του υδροχρώματος στη χρωματισμένη επιφάνεια. Οι χρησιμοποιούμενες κόλλες, είναι φυσικές ή συνθετικές.

 

Ιδιότητες και χρήση των χρωμάτων

Κατά την επιλογή των χρωμάτων για την επίχρωση ενός ορισμένου δομικού στοιχείου, πρέπει να γνωρίζουμε, εκτός από την τιμή του και τις κυριότερες ιδιότητες των χρωμάτων.

Οι κυριότερες ιδιότητες των χρωμάτων και των βερνικιών είναι οι ακόλουθες

Καλυπτική ικανότητα

Ικανότητα ξήρανσης και σκλήρυνσης της σχηματιζόμενης μεμβράνης.

Ιξώδες και διαλυτότητα

Πρόσφυση

Ευκαμψία

Αντοχή έναντι της φθοράς

Αντοχή έναντι των καιρικών συνθηκών

Αντοχή έναντι του φωτός και των υπεριωδών ακτίνων

Αντοχή στις χημικές επιδράσεις

Ανακλαστική ικανότητα

Διάρκεια ζωής

 

Η χρήση των χρωμάτων, καθορίζεται από το είδος του υλικού της επιφάνειας που πρόκειται ναι χρωματιστεί και από τη σύσταση του χρώματος.

 

Φορείς χρωμάτων και βερνικιών

 

Νερό: πρέπει να είναι καθαρό και απαλλαγμένο από άλατα και χρησιμοποιείται στα υδατοδιαλυτά χρώματα.

Έλαιο του κινεζόδενδρου: προέρχεται από ξηραινόμενο έλαιο και χρησιμοποιείται στα βερνίκια ταχείας ξήρανσης (υψηλό κόστος).

Λινέλαιο: λαμβάνεται από εκχύλιση των σπόρων του λίνου. Ξηραίνεται εντός ολίγων ημερών. Η ξήρανση επιταχύνεται με τη χρήση στεγνωτικών. Αποτελεί το συνηθέστερο είδος ελαίου στην παρασκευή χρωμάτων.

Κικινέλαιο (ρετσινόλαδο): διαλύεται στην αλκοόλη και χρησιμοποιείται στα βερνίκια κυτταρίνης.

Έλαια ρητίνης: λαμβάνεται με απόσταξη του τερεβινθέλαιου ή του κολοφωνίου. Ανήκει στα κακώς ξηραινόμενα έλαια. Η χρήση τους είναι σπάνια.

Έλαια πίσσας, γαιάνθρακος, ασφαλτολίθων: αυξάνουν την ικανότητα πρόσφυσης των βερνικιών στις σιδηρές επιφάνειες.

 

Διαλυτικά υλικά

 

Τερεβινθέλαιο (νέφτι): προέρχεται από την απόσταξη του κολοφωνίου και χρησιμοποιείται σε όλα τα ελαιοχρώματα, σε φυσικές ρητίνες και στα περισσότερα συνθετικά.

White spirit: αποτελεί ένα μείγμα ελαφρών παραγώγων του πετρελαίου. Χρησιμοποιείται στα ελαιοχρώματα αντί του τερεβινθελαίου (είναι φθηνότερο).

Νάφθα: προέρχεται από την απόσταξη της πίσσας και των λιθανθράκων. Χρησιμοποιείται σε ορισμένες συνθετικές ρητίνες και στη χλωριούχο καουτσούκ.

Αλκοόλες (μεθυλική αλκοόλη ή ξυλόπνευμα και αιθυλική αλκοόλη): χρησιμοποιούνται στην παρασκευή βερνικιών με αλκοόλη και σε βερνίκια με γλυκεροφθαλικές ρητίνες.

 

Ρητίνες και γόμες


Οι ρητίνες και οι γόμες αποτελούν μαζί με τα έλαια τα κύρια συστατικά των βερνικιών. Κατά την παρασκευή ορισμένων χρωμάτων, τα βερνίκια χρησιμοποιούνται ως φορείς, εντός των οποίων διαλύονται, ή διασπείρονται οι χρωστικές ουσίες.

Η στερεοποίηση των ρητινών και των γομών γίνεται με οξείδωση ή με πολυμερισμό. Κατά τη στερεοποίηση, σχηματίζουν μεμβράνη πάνω στη χρωματισμένη επιφάνεια, της οποίας οι ιδιότητες εξαρτώνται από το είδος της ρητίνης ή της γόμας. Οι ρητίνες και ο γόμες διακρίνονται σε φυσικές και τεχνητές.

Ρητίνες και Γόμες

Φυσικές γόμες και ρητίνες

Γόμες Copal (ορυκτό): Γόμμα Μαδαγασκάρης, Γόμμα Κογκό, Γόμμα Ζανζιβάρης

Μαστίχη Χίου: διαλύεται στο τερεβινθέλαιο (νέφτι) και νάφθα

Σανδαράχη

Γομμαλάκα: Γόμμα που προέρχεται από ένα έντομο της Ινδονησίας. Διαλύεται στο οινόπνευμα και την ακετόνη. Ευρεία χρήση στην παρασκευή βερνικιών οινοπνεύματος.

Κολοφώνιο: Λαμβάνεται από τη ρητίνη κονωφόρων δένδρων. Διαλύεται στο οινόπνευμα, στο ξυλόπνευμα, στο τερεβινθέλαιο και στη νάφθα. Χρησιμοποιείται για την παρασκευή βερνικιών και ως πρώτη ύλη στην παρασκευή συνθετικών ρητινών.

Αιθυλοκυτταρίνη (αιθυλοσελουλόζη): Παρασκευάζεται από κυτταρίνη. Διαλύεται στους περισσότερους οργανικούς διαλύτες.

Οξεική κυτταρίνη (ακετοσελουλόζη): διαλύεται στους περισσότερους οργανικούς διαλύτες. Είναι υδρόφιλος.

Μεθυλοκυτταρίνη: διαλύεται μόνο στο ψυχρό νερό. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή υδροχρωμάτων και υλικών προετοιμασίας επιφανειών (υλικά σπατουλαρίσματος).

Πίσσες και άσφαλτοι: χρησιμοποιούνται στην παρασκευή μαύρων βερνικιών και αντισκωρικών χρωμάτων.

Πολυστυρόλες: έχουν μεγάλη καλυπτική ικανότητα και χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των βερνικιών.

Ακρυλικές ρητίνες: παρουσιάζουν μεγάλη αντοχή στις καιρικές επιδράσεις, υψηλή πρόσφυση επί του σιδήρου και του αλουμινίου, μεγάλη διαφάνεια και χρησιμοποιούνται στα βερνίκια.

Χλωριούχο καουτσούκ: παρουσιάζει μεγάλη αντοχή στις χημικές επιδράσεις. Είναι πολύ κατάλληλο για επιχρώσεις επιφανειών από τσιμέντο και σίδηρο.

Τεχνητές ρητίνες

Ρητίνες φορμόλης (φορμαλδεΰδης): αναμειγνυόμενες με φυτικές ρητίνες (κυρίως με κολοφώνιο), με λινέλαιο ή με τερεβινθέλαιο δίνουν πολλά είδη υλικών, τα οποία διαλύονται μόνο στα έλαια. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή βερνικιών και χρωμάτων, κυρίως σε εξωτερικές επιφάνειες, λόγω της αντοχής τους στις καιρικές συνθήκες και στην ταχεία ξήρανση.

Ρητίνες φαινόλης (φαινοπλάστης): αναμειγνυόμενες με φυτικές ρητίνες (κυρίως με κολοφώνιο), με λινέλαιο ή με τερεβινθέλαιο δίνουν πολλά είδη υλικών, τα οποία διαλύονται μόνο στα έλαια. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή βερνικιών και χρωμάτων, κυρίως σε εξωτερικές επιφάνειες, λόγω της αντοχής τους στις καιρικές συνθήκες και στην ταχεία ξήρανση.

Ρητίνες φορμόλης – ουρίας (αμινοπλάστες): διαλύονται στο οινόπνευμα και στους υδρογονάνθρακες. Τα παρασκευαζόμενα βερνίκια είναι άχρωμα και ανθεκτικά στο φως. Η σχηματιζόμενη μεμβράνη επί της χρωματιζόμενης επιφάνειας, έχει μεγάλη σκληρότητα.

Γλυκεροφθαλικές ρητίνες: αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, ξεραίνονται ταχύτατα και δίνουν μία μεμβράνη σκληρή και υψηλής αντοχής. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή χρωμάτων και βερνικιών.

Χρώματα και χρωστικές

Χρώματα

titanium(IV) oxide

Image via Wikipedia

Χρώμα, ονομάζεται κάθε υγρό που περιέχει μία χρωστική ουσία, διαλυμένη. Τα κύρια συστατικά των χρωμάτων και των βερνικιών, διακρίνονται σε φορείς, χρωστικές ύλες, ρητίνες και σε διαλυτικά και στεγανωτικά υλικά.

Οι φορείς είναι τα βασικά υλικά των χρωμάτων και των βερνικιών, τα οποία καθιστούν δυνατή την ομοιόμορφη κατανομή των χρωστικών ουσιών και των ρητινών. Περαιτέρω, βοηθούν στην προσκόλληση των μορίων των χρωστικών ουσιών και των ρητινών στην επιφάνεια βαφής.

Οι χρωστικές ουσίες, οι οποίες αποτελούν το σώμα του χρώματος, δίνουν τους διάφορους χρωματισμούς στις βαφόμενες επιφάνειες και βρίσκονται διαλυμένες μέσα στον υγρό φορέα.

Οι ρητίνες αποτελούν το σώμα των βερνικιών.

Τα διαλυτικά υλικά, χρησιμοποιούνται στα χρώματα και στα βερνίκια για να δώσουν την επιθυμητή πυκνότητα, ώστε να διευκολύνεται η καλή εφαρμογή τους.

Τα στεγανωτικά ρυθμίζουν το χρόνο στερεοποιήσεως των χρωμάτων και των βερνικιών. Η στερεοποίηση των χρωμάτων και των βερνικιών, που χρησιμοποιούνται στα δομικά έργα, γίνεται διά της έκθεσής τους στον ατμοσφαιρικό αέρα. Μετά την εξάτμιση του διαλύτη ή την οξείδωση του ελαίου ή των ρητινών, ακολουθεί σκλήρυνση. Μετά την σκλήρυνση, δεν είναι δυνατή η επαναφορά τους στην υγρή κατάσταση. Τα χρώματα χρησιμοποιούνται στα δομικά έργα, για την προστασία από τη διάβρωση των δομικών έργων, για λόγους διακόσμησης και αισθητικής, αλλά και για λόγους υγιεινής. Από τον συνδυασμό των παραπάνω, γίνεται και η εκλογή του χρώματος βαφής μίας επιφάνειας.

Χρωστικές ουσίες:

Οι χρωστικές ουσίες πρέπει ναι έχουν τις παρακάτω ιδιότητες:

Λεπτότητα κόκκων, για να επιτυγχάνεται η ομοιόμορφη κατανομή

Σταθερότητα χρωματισμού προ της χρήσεως

Μεγάλη καλυπτική ικανότητα, δηλαδή, ικανότητα κάλυψης όσο το δυνατόν μεγαλύτερης επιφάνειας, με την αυτή ποσότητα του χρώματος

Ανθεκτικότητα έναντι της θερμότητας

Χημική αδράνεια έναντι του υλικού πάνω στο οποίο θα γίνει η επίχρωση

Οι χρωστικές ουσίες διακρίνονται ως προς την προέλευση, σε φυσικές και συνθετικές, ως προς τον χρωματισμό και ως προς τη χημική συμπεριφορά, έναντι του υλικού της προς βαφή επιφάνειας.

Είδη χρωστικών ουσιών:

Λευκές χρωστικές

Ανθρακικό ασβέστιο CaCO3 (ασβέστης, κιμωλία): Η προέλευσή του μπορεί να είναι είτε φυσική είτε τεχνητή και χρησιμοποιείται ως πλαστικοποιητική ύλη (κάνει το χρώμα παχύ).

Βασικός ανθρακικός μόλυβδος 2PbCO3Pb(OH)2 (λευκό του μολύβδου, στουπέτσι): είναι πολύ σταθερή χρωστική στις εξωτερικές επιδράσεις. Προσβάλλεται από το υδρόθειο (H2S) και είναι δηλητηριώδες. Κατά τη χρήση πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις γι’ αυτό χρησιμοποιείται σπάνια.

Οξείδιο του ψευδαργύρου  ZnO (λευκό του ψευδαργύρου, τσίγκος): έχει τεχνητή προέλευση και χρησιμοποιείται κυρίως σε εσωτερικές επιχρώσεις.

Λιθοπόνιο (βαρύς τσίγκος) (μίγμα με τη συνήθη σύνθεση 60% BaSO4, 30% ZnSO4, 2% ZnO και  2% BaCO3): παρουσιάζει μεγάλη καλυπτική ικανότητα και αυξάνει την ταχύτητα στεγνώματος. Χρησιμοποιείται στα χρώματα και τα βερνίκια.

Διοξείδιο του τιτανίου TiO2 (λευκό του τιτανίου): διαθέτει μεγάλη καλυπτική ικανότητα

Ερυθρές χρωστικές

Επιτετροξείδιο του μολύβδου Pb3O4(μίνιο): Το μίνιο σε σκόνη είναι δηλητηριώδες, μετά την ανάμειξη με λινέλαιο, χάνει την τοξικότητα (σαπωνοποιείται). Προσβάλλεται από το H2S και μαυρίζει. Με τη βοήθειά του παρασκευάζονται αντισκωριακά χρώματα.

Άλατα του υδραργύρου (κινάβαρι και βερμιγιόν): χρησιμοποιούνται για διακοσμήσεις και κοστίζουν πολύ

Βαθύ ερυθρό (κινάβαρι)

Ανοικτό ερυθρό (βερμιγιόν)

Μίνιο του σιδήρου: Αποτελεί φυσική χρωστική και παρασκευάζεται από τα οξείδια του αιματίτη και του λειμωνίτη.

Ερυθρές ώχρες: Παρασκευάζονται από διάφορα ορυκτά.

Κίτρινες χρωστικές

Κίτρινο του χρωμίου: Παρασκευάζεται από άλατα του χρωμίου και ενός μετάλλου (π.χ. σίδηρος, μόλυβδος, ψευδάργυρος, κ.λ.π.). Ανάλογα προς το μέταλλο ποικίλλει ο τόνος του χρωματισμού από ανοικτό κίτρινο έως πορτοκαλί.

Κίτρινες ώχρες: Ανήκουν στις φυσικές χρωστικές και παρασκευάζονται από άργιλο και οξείδια του σιδήρου. Έχουν σταθερό χρωματισμό.

Κυανές χρωστικές

Άλατα του χαλκού και του κοβαλτίου:

Κυανό του Βερολίνου: Παρασκευάζεται από σιδηροκυανικούχο σίδηρο.

Πράσινες χρωστικές

Άλατα του χαλκού (πράσινο του Schweinfurt): Τα άλατά του είναι ισχυρά δηλητήρια. Χρησιμοποιούνται στα χρώματα υποθαλασσίων κατασκευών, γιατί δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροοργανισμών.

Άλατα του χρωμίου:

Φαιές χρωστικές

Αργιλικές γαίες (π.χ. χώμα της Σιένα, φαιά ώχρα κ.λ.π.):

Μαύρες χρωστικές

Αιθάλη (φούμο, καπνιά): Ανάλογα με την προέλευση διακρίνεται σε αιθάλη ρητίνης, πίσσας και ασετυλίνης.

Γραφίτης: Χρησιμοποιείται στην παρασκευή αντισκωριακών χρωμάτων.

Πίσσα: Χρησιμοποιείται στην παρασκευή χρωμάτων και βερνικιών.

Βάψτε τα πασχαλινά αυγά με φυσικές χρωστικές .

Φέτος, βάψτε τα αβγά με φυσικές χρωστικές από φρούτα και λαχανικά. Ρίξτε στην κατσαρόλα φλούδες από κρεμμύδια, μαύρο ή πράσινο τσάι, φύλλα κόκκινου λάχανου και άλλα φυσικά υλικά που είναι πλούσια σε χρωστικές ουσίες και βάψτε τα αβγά σας με τον πιο φυσικό τρόπο.

Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσετε:

  1. Βράστε καλά τα αβγά και αφήστε τα να κρυώσουν.
  2. Πλύνετε τα καλοβρασμένα αβγά με χλιαρό σαπουνόνερο για να αφαιρέσετε οτιδήποτε υπόλειμμα έχει μείνει πάνω στο τσόφλι.
  3. Υπολογίστε την ποσότητα των χρωστικών υλικών που θα χρησιμοποιήσετε, ανάλογα με το πόσο έντονο θέλετε να είναι το τελικό χρώμα και πόσα είναι τα αβγά που θα βάψετε. Υπολογίστε ότι για κάθε χούφτα υλικού προσθέτετε περίπου 1 φλιτζάνι νερό και ότι το συνολικό νερό που θα προσθέσετε πρέπει να είναι αρκετό για να σκεπάσει αργότερα τα αβγά (αν δεν θέλετε να μετράτε φλιτζάνια, ρίξτε τα χρωστικά υλικά στην κατσαρόλα και σκεπάστε τα με νερό μέχρι η στάθμη του να ξεπεράσει περίπου 3 δάχτυλα την στρώση των υλικών).
  4. Βράστε στην αρχή σε δυνατή φωτιά και έπειτα χαμηλώστε τη θερμοκρασία και αφήστε τα να σιγοβράσουν για 15 λεπτά έως 1 ώρα, ανάλογα με το χρώμα που θέλετε να πετύχετε (έχετε πάντα υπόψη σας ότι το χρώμα του νερού είναι πιο έντονο από το χρώμα του αβγού στο τέλος της διαδικασίας).
  5. Σουρώστε το χρωματιστό νερό σε ένα σκεύος και προσθέστε για κάθε φλιτζάνι υγρού 2-3 κουταλιές του γλυκού λευκό ξίδι.
  6. Βάλτε τα βρασμένα αβγά σε ένα βαθύ μπολ και ρίξτε από πάνω το χρωματιστό μίγμα νερού- ξιδιού μέχρι να τα σκεπάσετε.
  7. Αφήστε τα αβγά μέσα στο νερό μέχρι να αποκτήσουν το χρώμα που θέλετε. (Συστήνεται να τοποθετήσετε το μπολ με τα αβγά και το νερό στο ψυγείο, αφού πρώτα βεβαιωθείτε ότι έχει κρυώσει το υγρό και να τα αφήσετε εκεί για ένα βράδυ).
  8. Την επόμενη μέρα βγάλτε τα αβγά από το νερό με μια τρυπητή κουτάλα και αφήστε τα να στεγνώσουν πάνω σε μια σχάρα.
  9. Όταν στεγνώσουν τελείως, μπορείτε να τα αλείψετε με λίγο ελαιόλαδο για να γυαλίζουν.

 

Διαλέξτε υλικά ανάλογα με το χρώμα:

  • Κόκκινο: μεγάλη ποσότητα από φλοίδες κρεμμυδιού, χυμός ροδιού, σμέρουρα, κεράσια σε κονσέρβα μαζί με το σιρόπι.
  • Πορτοκαλί: φλοίδες από κόκκινα κρεμμύδια, καρότα, πάπρικα
  • Καφέ ή μπεζ: καφές, στιγμιαίος καφές, μαύρο τσάι
  • Καφέ- πορτοκαλί: σκόνη τσίλι (τα μπαχαρικά χρειάζονται λιγότερη ποσότητα από ότι τα λαχανικα)
  • Ροζ: πατζάρια, χυμός φραγκοστάφυλλου
  • Βιολετί: τσάι ιβίσκου, άνθη βιολέτας, κόκκινο κρασί
  • Μπλε: φύλλα από κόκκινο λάχανο (βρασμένα), σκουρόχρωμος χυμός σταφυλιού, βατόμουρα (σε κονσέρβα)
  • Πράσινο: σπανάκι (βρασμένο)
  • Κιτρινοπράσινο: φλοίδες από κίτρνα μήλα (βρασμένες)
  • Κίτρινο: φλοίδες λεμονιού και ποροτκαλιού, τσάι χαμομηλιού, πράσινο τσάι, σκόνη κύμινου, σαφράν.

 

Σπάνιες χρωστικές.

Terraced mineral deposits beneath Canary Sprin...

Image via Wikipedia

Σπάνιες χρωστικές

Οι σπάνιες χρωστικές που έχουν εντοπιστεί στα μνημεία της Μακεδονίας είναι : lead white, κιννάβαρης, malachite, serpentine, conichalcite, ροζ και βιολέ organic lakes και φύλλα χρυσού.

 

Το lead white, ένα αδιαφανές, θαμπό λευκό, ένα από τα πρώτα τεχνητά κατασκευασμένα χρώματα, χρησιμοποιούνταν κυρίως στη ζωγραφική διακόσμηση μαρμάρου και λίθου, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στον τάφο της Ευρυδίκης στη Βεργίνα. Το χρώμα αυτό συναντάται σε μνημεία όπως στον τάφο του Αγίου Αθανασίου, αλλά όχι σε σχέση με την τεχνική του φρέσκο, καθώς η χρωστική αυτή, όπως λέει ο Πλίνιος προτιμούσε τη στεγνή επιφάνεια και όχι το νωπό σοβά. Το lead white χρησιμοποιούνταν καθαρό για να τονίσει κάποια σημεία σε σχέση και με την ύπαρξη σκούρου βάθους, αντικαθιστώντας το λευκό ανθρακικό ασβέστιο (calcium carbonate white). Γενικά πάντως εξαιτίας της αδιαπερατότητας και του μεγάλου βαθμού διάθλασής του, δεν ήταν κατάλληλο για τέτοιες επιφάνειες. Όταν η χρωστική αυτή αναμειγνύονταν με άλλες, τότε δημιουργούσε φωτεινές αποχρώσεις. Τέλος ως υπόστρωμα σε μία ροζέ οργανική ερυθρολακκίνη αύξανε την ένταση του χρώματος της διάφανης οργανικής χρωστικής, δημιουργώντας ένα ομοιογενές και όχι πορώδες στρώμα το οποίο δεν απορροφούσε την οργανική ερυθρολακκίνη (organic lake). Το leadwhite σε επαφή με το νερό μπορούσε να γίνει μαύρο. Αποχρωματισμός της εν λόγω χρωστικής έχει παρατηρηθεί σε επιτύμβιες στήλες από τη Βεργίνα.

Η καθαρή κιννάβαρις ήταν ένα mercury (υδραργυρικός) sulfide, το δεύτερο σε χρήση κόκκινο στη Μακεδονία, χρησιμοποιούνταν σχετικά σπάνια και έδινε ένα πορτοκαλοκόκκινο χρώμα (εικ.3). Το χρώμα αυτό δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το εφέ του chiaroscuro/ φωτοσκίασης εκτός εάν αναμειγνύονταν με λευκό ή αν ανακατεύονταν με άλλες χρωστικές. Ο Πλίνιος χαρακτηρίζει την κιννάβαρι σαν ένα σκληρό χρώμα, γι’ αυτό λέει πως οι ζωγράφοι προτιμούσαν την κόκκινη ώχρα ή την ώχρα της Σινώπης, αφήνοντας την κινννάβαρι για μονοχρωμίες ή ακόμη και για το γράψιμο επιγραφών σε τοίχους και στήλες, αν και όταν αναμειγνύονταν με ανθρακικό ασβέστιο ή με μολύβδινο λευκό (lead white) παρήγαγε ένα κατάλληλο χρώμα για την απόδοση της ανθρώπινης επιδερμίδας.

Σπάνια ήταν επίσης και η χρήση ενός άλλου λαμπρού χρώματος, του μαλαχίτη ενός ορυκτού που αποτελείται από ανθρακικό χαλκό και ο οποίος ταυτίζεται μάλλον με τη χρυσόκολλα των αρχαίων. Η χρυσόκολλα συγκαταλέγονταν ανάμεσα στα ανθηρά χρώματα, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και υψηλό κόστος. Σύμφωνα με τον Πλίνιο (Nat. Hist. 33.89) η δεύτερη καλύτερη ποιότητα αυτής της χρωστικής παράγονταν στη Μακεδονία, αλλά παρ’ όλα αυτά το εν λόγω χρώμα εντοπίζεται μόνο σε δύο ταφικά μνημεία της περιοχής, το θρόνο της Ευρυδίκης και τον τάφο ΙΙΙ από την Αίνεια. Πιο συχνά συναντάται ο μαλαχίτης αναμεμειγμένος με άλλα ορυκτά.

Ένα πράσινο χρώμα ήταν ο κονιχαλκίτης, ένα calcium copper arsenate, πιο σκούρο από το μαλαχίτη και με πιο χοντρό στον κόκκο του, το οποίο το συναντάμε αναμεμειγμένο με μαλαχίτη στον τάφο της Αίνειας ή και καθαρό στον τάφο ΙΙ της μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας. Πρόκειται για ένα σπάνιο ορυκτό το οποίο δεν αναφέρεται στις πηγές και συναντάται μόνο στο μνημείο της Βεργίνας αυτό ως καθαρή χρωστική, καθώς και σε μία Κόρη του 5ουαιώνα από την Ακρόπολη αλλά αναμεμειγμένο με μαλαχίτη και αιγυπτιακό μπλε. Το σπάνιο αυτό χρώμα διαθέτει ιδιαίτερη λάμψη και ένταση όταν χρησιμοποιείται καθαρό. Η σφαιρική μορφολογία των χοντρών μορίων του αποδεικνύουν ότι ο κονιχαλκίτης χρησιμοποιούνταν χωρίς σύνθλιψη, με σκοπό τη διατήρηση της έντασης του χρώματός του.

Οι ροζέ και βιολετί χρωστικές που προέρχονται κυρίως από mader lake ερυθρολακκίνη, ένα φυσικό οργανικό χρώμα από τη ρίζα του φυτού Rubbia tincotrum, χρησιμοποιούνταν για ένα πλήθος τόνων, από άτονο ροζ μέχρι βιολετί και μοβ, καθαρό στους πιο φωτεινούς τόνους και αναμεμειγμένο με αιγυπτιακό κυανό στους πιο σκοτεινούς. Το πιο πιθανό για τις οργανικές ερυθρολακκίνες είναι ότι αναμειγνύονταν με το Αιγυπτιακό κυανό σε στεγνή μορφή σκόνης και όχι στην παλέτα του ζωγράφου. Μάλιστα όλες οι οργανικές ερυθρολακκίνες διατηρούσαν τη λαμπρότητά τους και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στην ελληνιστική περίοδο.

Οι σπάνιες και λαμπρές χρωστικές ουσίες στην αρχαιότητα εμπλουτίζονταν με τη χρήση διαφόρων μεταλλικών χρωστικών, όπως το υψηλής ποιότητας καθαρό φύλλο χρυσού. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα χρήσης αυτής της πολύτιμης χρωστικής αποτελεί ο θρόνος από το τάφο της Ευρυδίκης στη Βεργίνα. Ο Πλίνιος (Nat. Hist. 33, 62) αναφέρεται στη χρήση των φύλλων χρυσού ενώ μάλιστα παραθέτει μία αναλυτική συνταγή για την προετοιμασία ενός υποστρώματος γι’ αυτό, μέσω της ανάμειξης σινώπης από τον Πόντο, φωτεινής κίτρινης ώχρας και ελληνικής γης από τη Μήλο.

 

 

Περί χρωστικών συνέχεια.

gl:Limonita,

Image via Wikipedia

Tο calcium carbonate white ήταν το πιο σύνηθες από τα χρώματα της επιτοίχιας διακόσμησης, είτε αναμεμειγμένο με άλλα χρώματα για τη δημιουργία πιο φωτεινού τόνου είτε σκέτο και παχύ για δημιουργία εντυπωσιακών λεπτομερειών / highlights.


Η χρήση του μαύρου ήταν εξίσου σημαντική μ’ αυτή του άσπρου καθώς αυτό είναι που παράγει όλους τους σκοτεινούς τόνους και τις σκιές. Το μαύρο προέκυπτε από ασβέστη και κάρβουνο, αλλά αυτό που προέρχονταν από την καπνιά, ήταν πολύ καλύτερης ποιότητας κυρίως για τα προσχέδια.

Οι φυσικές ώχρες, δηλαδή limonite, goethite και αιματίτης, χρησιμοποιούνταν άφθονα σε μία πληθώρα χρωμάτων από άτονο κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο μέχρι κόκκινο καφέ. Οι χημικές αλλά και φυσικές ιδιότητές τους τις καθιστούν εύκολες στη χρήση σε επιτοίχιες συνθέσεις, ενώ παράλληλα βρίσκονται, δουλεύονται και αναμειγνύονται εύκολα με άλλες χρωστικές. Επιπλέον προσκολλώνται καλά σε μία βάση ασβέστη, διαρκούν πολύ και διαθέτουν μεγάλη αδιαπερατότητα. Μάλιστα όταν αναμειγνύονται μεταξύ τους, με άσπρο ή μαύρο δημιουργούν μεγάλη γκάμα σκιών απαραίτητων για το την τεχνική του chiaroscuro. Ο Πλίνιος αναφέρεται αναλυτικά στις ώχρες λέγοντας πως χρησιμοποιούνταν εκτενώς για σκιές και φως ανάλογα.

Ο καθαρός αιματίτης η σημαντικότερη χρωστική κόκκινου χρώματος και μοναδική σε ορισμένα μέρη όπως στην Πύδνα, δίνει χρώμα κόκκινο κορεσμένο, λόγω της καθαρότητας και λόγω του μεγέθους του κόκκου του. Το ενδιαφέρον με τις κόκκινες ώχρες ήταν ότι το άλεσμά τους αύξανε ιδιαίτερα τη δύναμή τους ως χρωστικών. Επομένως, όσο πιο καλής ποιότητας ήταν μία ώχρα, τόσο πιο έντονο ήταν το αποτέλεσμά της. Ο ρόλος αυτών των χρωστικών, για την παραγωγή νέων χρωμάτων μέσω της ανάμειξης είναι μεγάλη σημασίας. Οι μοβ τόνοι προέκυπταν για παράδειγμα από την ανάμειξη της κόκκινης ώχρας με το μαύρο (carbon black), το αιγυπτιακό κυανό και το violet lake. Οι θερμοί τόνοι προέρχονταν από την ανάμειξη κίτρινης ώχρας, carbon black και ανθρακικό ασβέστιο (calcium carbonate).

Οι πράσινες αποχρώσεις προέκυπταν από ανάμειξη κίτρινης ώχρας με carbon black για τις ζεστές αποχρώσεις και με Αιγυπτιακό κυανό για τους πιο ψυχρούς τόνους. Πάντως γεγονός είναι ότι στα Μακεδονικά μνημεία δεν συναντούμε συχνά καθαρούς πράσινους τόνους. Πάντως οι αρχαίοι γνώριζαν πως με την ανάμειξη κίτρινου και μαύρου παράγονταν το πράσινο, όπως αναφέρει και ο Πλάτωνας στον Τίμαιο (68c), αν και οι Πλίνιος και Βιτρούβιος δεν αναφέρουν καθόλου σχετικές οδηγίες για την παραγωγή του πράσινου χρώματος.

Από τις μπλε χρωστικές το Αιγυπτιακό κυανό, είναι το πιο σύνηθες μπλε της αρχαιότητας και πολύ σημαντικό για τη διακόσμηση αρχιτεκτονικών λεπτομερειών, ζωόμορφων παραστάσεων, αλλά και για την απόδοση του εκάστοτε φόντου. Οι αρχαίοι τεχνίτες και ζωγράφοι φαίνεται να ήταν πολύ εξοικειωμένοι με τη χρήση αυτής της αμμώδους χρωστικής που το χρώμα της άλλαζε ανάλογα με το μέγεθος του κόκκου της, ώστε όσο πιο χοντρός ήταν ο κόκκος, τόσο πιο μαύρη να είναι η απόχρωση. Γενικά στα μνημεία της Μακεδονίας συναντάμε πλήθος αποχρώσεων που προέρχονται από τη διαφορετική σύνθλιψη ή από την εφαρμογή αιγυπτιακού μπλε επάνω σ’ ένα υπόστρωμα μαύρου (εικ. 4). Ο Πλίνιος (Nat. Hist. 35, 162) αναφέρει ότι όσο πιο ανοιχτός ήταν ο τόνος του μπλε, τόσο πιο ακριβό ήταν αυτό, προφανώς γιατί χρειάζονταν περισσότερα στάδια επεξεργασίας, όπως πλύσιμο και σύνθλιψη. Το Αιγυπτιακό κυανό αναμειγνύονταν με ροζ και βιολετί οργανική ερυθρολακκίνη (organic lakes) για την παραγωγή μοβ αποχρώσεων, με κίτρινες ώχρες για την παραγωγή πράσινου και με λευκό και μαύρο για την παραγωγή ενός ψυχρού γκρι.

Χρωστικές από μανιτάρια.

Πριν την ανακάλυψη των τεχνικών χρωστικών ουσιών, οι βαφές είχαν κυρίως φυτική προέλευση. Το μυστικό τους κρατιόταν καλά φυλαγμένο (ευρεσιτεχνία της εποχής) αφού αντιστοιχούσε σε πολλά κέρδη. Μεταξύ άλλων, χρησιμοποιήθηκαν βαφές από μανιτάρια, αφού αυτά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία χρωμάτων. Οι χρωστικές ουσίες τους εντοπίζονταν στην κυτταρική μεμβράνη και στο κυτόπλασμα. Μέχρι τώρα έχουν εντοπισθεί 100 περίπου τέτοιες ουσίες, που δίνουν πάνω από 1.100 διαφορετικές αποχρώσεις.


Γενικά, τα χρώματα των μανιταριών δεν είναι σταθερά, αλλά μεταβάλλονται με τις καιρικές συνθήκες και την ηλικία τους. Οι χρωστικές των μανιταριών όταν διαλύονται στο νερό μπορούν να βγάλουν υφαντικά υλικά, άλλες απ’ ευθείας, άλλες αφού προστεθούν σταθεροποιητές, όπως άλατα αργιλίου, σιδήρου, χρωμίου, στάχτη, ξίδι, κτλ.

Οι ασκομύκητες δίνουν χρώματα καστανά, ανοιχτοπράσινα, βερικοκιά, κ.α.

Οι βασιδιομύκητες δίνουν χρώματα κόκκινα, ρόδινα, βυσσινί, κίτρινα, πράσινα κ.α.

Οι βωλίτες δίνουν χρώματα κίτρινα, μουσταρδιά, λεμονί, λαδοπράσινα κ.α.

Οι ίσκες δίνουν χρώματα πορτοκαλί, κίτρινα, καστανά, μουσταρδί, κ.α.