Ψηφιδωτά και Ιστορία.

ΣΎΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ – ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ


Πρώιμες μορφές ψηφιδωτών έργων για διακοσμητική χρήση δημιουργήθηκαν από τους λαούς της Μεσοποταμίας. Πρώτοι οι Σουμέριοι την 3η χιλιετία π.Χ. δημιουργούν διακοσμητικές επιφάνειες με τη σύνθεση διαφόρων ημιπολύτιμων υλικών. Στα αυτοκρατορικά παλάτια της πόλης Uruk υπήρχαν επιφάνειες επενδυμένες με μεγάλες κεραμικές ψηφίδες κωνικού σχήματος (2η χιλιετία π.Χ). Στην αιγυπτιακή τέχνη χρησιμοποιούνταν ετερόκλητα υλικά για την επένδυση πολύτιμων κατασκευών (χρυσός θρόνος Τουταγχαμών).
Ωστόσο η έννοια του ψηφιδωτού συνδέεται κυρίως με τη μορφή που κυριάρχησε στο χώρο της Μεσογείου, δηλαδή ως ανθρώπινη ανάγκη για διαμόρφωση ανθεκτικών στη χρήση δαπέδων. Τα αρχαιότερα δείγματα φανερώνουν ότι ήδη τον 9ο αιώνα (Arslan-Tash, Til Barsib), και τον 8ο π.Χ. αιώνα (Γόρδιο, Muela de Castulo), χρησιμοποιούνταν ακατέργαστα από τον άνθρωπο υλικά όπως τα βότσαλα, που, σε συνδυασμό με τη χρήση κονιαμάτων ως υπόστρωμα, σχημάτιζαν ανθεκτικά δάπεδα. Η δε χρήση δίχρωμων βοτσάλων εξασφάλιζε τις ανάγκες της διακόσμησης.
Η ανάγκη πλουσιότερης διακόσμησης των δαπέδων οδήγησε στη δημιουργία ζωγραφικών παραστάσεων με τη χρήση βοτσαλωτών ψηφίδων. Τα αποτελέσματα ήταν εξαίρετα, όπως καταμαρτυρούν τα βοτσαλωτά δάπεδα του 4ου αιώνα π.Χ. στη Πέλλα, την Όλυνθο και την Ερέτρια. Το ψηφιδωτό, από χρηστική τεχνική, μεταμορφώνεται πλέον σε υψηλή μορφή δημιουργίας, τέχνη ακριβή, που συναντάται κυρίως σε σημαντικά οικοδομήματα..

Ήδη τον 6ο αιώνα π.Χ. οι ψηφοθέτες έχουν αποδεσμευτεί και από τους περιορισμούς του σχήματος και του χρώματος των βοτσάλων. Χρησιμοποιούσαν κομμένα βότσαλα ή διάφορες πέτρες διαμορφώνοντας τετράπλευρες ή ακανόνιστου σχήματος ψηφίδες σύμφωνα με ανασκαφικά ευρήματα στην αρχαία Καρχηδόνα.
Στην ελληνιστική εποχή τα βοτσαλωτά δάπεδα αποτελούν πλέον τη μειοψηφία των ψηφιδωτών. Με κύρια κέντρα παραγωγής κυρίως στην ανατολική Μεσόγειο (Πέργαμο, Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, Δήλο, Σάμο, Πομπηία κ.α.), η χρήση των ψηφιδωτών δαπέδων εξαπλώνεται παντού. Δωμάτια, εξέδρες, αίθρια, περιστύλια, λατρίνες σε δημόσια κτήρια, κοινόχρηστους χώρους και ιδιωτικές κατοικίες, διαθέτουν ψηφιδωτά δάπεδα διαφόρων τυπολογιών ανάλογα με το κόστος κατασκευής.

Οι ψηφιδωτές δημιουργίες με το υψηλότερο κόστος κατασκευής (εμβλήματα) αν και παραμένουν δέσμιες της πιστής αντιγραφής ζωγραφικών προτύπων, δημιουργούν εξαιρετικά αισθητικά αποτελέσματα. Σε αυτό συμβάλλουν τόσο η μεγάλη χρωματική διαβάθμιση των λίθινων ψηφίδων, η χρήση τεχνητών υλικών (υαλόμαζες και φαγεντιανή, για χρώματα δυσεύρετα στη φύση), όσο και η εφαρμογή μεθοδολογιών που ενισχύουν το ζωγραφικό αποτέλεσμα. Ωστόσο και στις απλούστερες κατασκευές, είναι φανερό ότι οι ψηφοθέτες διαθέτουν αξεπέραστες – στις μέρες μας – ικανότητες σύνθεσης των ψηφίδων.

Για το ψηφιδωτό δεν υπάρχει πλέον κανένας περιορισμός. Με απεριόριστες διακοσμητικές δυνατότητες και βασιζόμενο στις δεδομένες υψηλές αντοχές των υλικών που το συνθέτουν (πλεονέκτημα άλλωστε που το καθιέρωσε), το ψηφιδωτό κατακτά οποιαδήποτε αρχιτεκτονική επιφάνεια.
Στη ρωμαϊκή εποχή η τέχνη του ψηφιδωτού εξαπλώνεται σε όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ παράλληλα βρίσκει νέες εφαρμογές σε επιφάνειες με συνεχή παρουσία τρεχούμενου νερού (νυμφαία και σιντριβάνια), καθώς και σε τοίχους περίφημων οικοδομημάτων, όπως η Domus Aurea του Νέρωνα, όπου για πρώτη φορά διαπιστώνεται η χρήση ψηφίδων στην κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούνται φύλλα χρυσού.

Η βυζαντινή τέχνη θα υιοθετήσει την τέχνη του ψηφιδωτού, για να προσφέρει μοναδικά αριστουργήματα. Παράλληλα το ψηφιδωτό αναλαμβάνει πρωτεύοντα ρόλο για τη δημιουργία της υπερβατικής ατμόσφαιρας των χριστιανικών ναών, με κυρίαρχο κέντρο παραγωγής την Κωνσταντινούπολη.
Είναι η εποχή που το ψηφιδωτό χάρη στα υλικά του ταυτίζεται με το φως. Στην πραγματικότητα το αιχμαλωτίζει, δίνοντας του άλλη διάσταση. Και είναι αυτή η αίσθηση και αντίληψη που αποτυπώθηκε και σε επιγραφή του Αρχιεπισκοπικού Παρεκκλησίου της Ραβέννας, όπου αναφέρεται ότι «ή το φως γεννήθηκε εδώ, ή εδώ ελεύθερα βασιλεύει».
Είναι επιπλέον η εποχή που το ψηφιδωτό επιβάλλεται στη ζωγραφική αντιμετωπίζοντάς τη χωρίς αναστολές. Αντίθετα, επιδιώκει να τονίζει τη διαφορετικότητά του σε κάθε λεπτομέρεια, κυριαρχώντας στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων. Περίοδος ακμής για την κυρίαρχη αυτή θέση του ψηφιδωτού αποτελεί ο 5ος, 6ος και 7ος αιώνας, με την πόλη της Ραβέννας να κατέχει εξέχουσα θέση λόγω της μεγάλης ποσότητας και εξαιρετικής ποιότητας ψηφιδωτών δημιουργιών που κοσμούν τους εσωτερικούς χώρους μνημείων και ναών.

Τελευταία εποχή θριάμβου του επιτοίχιου βυζαντινού ψηφιδωτού αποτελεί το χρονικό διάστημα μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα, περίοδος κατά την οποία οι ψηφιδωτές παραστάσεις υποτάσσονται για μία ακόμα φορά στη ζωγραφική υπηρετώντας κατά κύριο λόγο τα εξαίρετα ζωγραφικά πρότυπα που ερμηνεύουν. Η υποταγή της τεχνικής του ψηφιδωτού στις απόλυτα ζωγραφικές αποδόσεις των έργων δεν θα ξεπεραστεί, αλλά αντίθετα θα αμβλυνθεί τους επόμενους αιώνες. Ενδεικτικά αναφέρονται οι φορητές εικόνες του 12ου, 13ου και 14ου αιώνα, καθώς και οι ψηφιδωτές παραστάσεις που δημιουργούνται με την πρωτοεμφανιζόμενη μεθοδολογία της έμμεσης ψηφοθέτησης, από τη σχολή της Βενετίας αρχικά και τα εργαστήρια του Βατικανού και της Αγίας Πετρούπολης στη συνέχεια.

Αυτή η αντίληψη της τέχνης του ψηφιδωτού ως τεχνικού μέσου για την απόδοση ζωγραφικών έργων, με εξαίρεση ελαχίστων περιπτώσεων, θα καθορίσει την τύχη του ψηφιδωτού μέχρι τις μέρες μας.
Σήμερα το ψηφιδωτό, υιοθετώντας πολυάριθμες μορφές και χρήσεις, διατηρώντας την άρρηκτη σχέση του με τη ζωγραφική ή τονίζοντας την αυτονομία του, χαράζει νέους δρόμους στην αναζήτηση καινούργιας ταυτότητας. Τα αποτελέσματα της πορείας θα καταγραφούν μετά από την απαραίτητη χρονική απόσταση.