Φορείς, διαλυτικά και στεγνωτικά υλικά, κόλλες

Τα διαλυτικά υλικά προσδίδουν στα χρώματα και στα βερνίκια την επιθυμητή ρευστότητα, η οποία είναι απαραίτητη για να διευκολυνθεί η διάστρωση, να επιτευχθεί το επιθυμητό πάχος στρώσης και να καταστεί δυνατή ή χρήση διαφόρων εργαλείων (χρωστήρας, ψεκαστήρας, πιστόλι, κύλινδρος).

Στεγνωτικά υλικά χρησιμοποιούνται για να επιταχύνουν την ξήρανση των χρωμάτων και των βερνικιών και επιφέρουν ταχύτερη οξείδωση στα έλαια. Τα κυριότερα στεγνωτικά, είναι τα οξείδια, ή τα άλατα ορισμένων μετάλλων και διάφορες άλλες ύλες, που προέρχονται από τη σαπωνοποίηση του κολοφωνίου ή των ναφθικών οξέων. Οι κόλλες χρησιμοποιούνται κυρίως στους υδροχρωματισμούς ασβέστου, επειδή αυξάνουν την ικανότητα συγκολλήσεως των κόκκων μεταξύ τους και την πρόσφυση του υδροχρώματος στη χρωματισμένη επιφάνεια. Οι χρησιμοποιούμενες κόλλες, είναι φυσικές ή συνθετικές.

 

Ιδιότητες και χρήση των χρωμάτων

Κατά την επιλογή των χρωμάτων για την επίχρωση ενός ορισμένου δομικού στοιχείου, πρέπει να γνωρίζουμε, εκτός από την τιμή του και τις κυριότερες ιδιότητες των χρωμάτων.

Οι κυριότερες ιδιότητες των χρωμάτων και των βερνικιών είναι οι ακόλουθες

Καλυπτική ικανότητα

Ικανότητα ξήρανσης και σκλήρυνσης της σχηματιζόμενης μεμβράνης.

Ιξώδες και διαλυτότητα

Πρόσφυση

Ευκαμψία

Αντοχή έναντι της φθοράς

Αντοχή έναντι των καιρικών συνθηκών

Αντοχή έναντι του φωτός και των υπεριωδών ακτίνων

Αντοχή στις χημικές επιδράσεις

Ανακλαστική ικανότητα

Διάρκεια ζωής

 

Η χρήση των χρωμάτων, καθορίζεται από το είδος του υλικού της επιφάνειας που πρόκειται ναι χρωματιστεί και από τη σύσταση του χρώματος.

 

Φορείς χρωμάτων και βερνικιών

 

Νερό: πρέπει να είναι καθαρό και απαλλαγμένο από άλατα και χρησιμοποιείται στα υδατοδιαλυτά χρώματα.

Έλαιο του κινεζόδενδρου: προέρχεται από ξηραινόμενο έλαιο και χρησιμοποιείται στα βερνίκια ταχείας ξήρανσης (υψηλό κόστος).

Λινέλαιο: λαμβάνεται από εκχύλιση των σπόρων του λίνου. Ξηραίνεται εντός ολίγων ημερών. Η ξήρανση επιταχύνεται με τη χρήση στεγνωτικών. Αποτελεί το συνηθέστερο είδος ελαίου στην παρασκευή χρωμάτων.

Κικινέλαιο (ρετσινόλαδο): διαλύεται στην αλκοόλη και χρησιμοποιείται στα βερνίκια κυτταρίνης.

Έλαια ρητίνης: λαμβάνεται με απόσταξη του τερεβινθέλαιου ή του κολοφωνίου. Ανήκει στα κακώς ξηραινόμενα έλαια. Η χρήση τους είναι σπάνια.

Έλαια πίσσας, γαιάνθρακος, ασφαλτολίθων: αυξάνουν την ικανότητα πρόσφυσης των βερνικιών στις σιδηρές επιφάνειες.

 

Διαλυτικά υλικά

 

Τερεβινθέλαιο (νέφτι): προέρχεται από την απόσταξη του κολοφωνίου και χρησιμοποιείται σε όλα τα ελαιοχρώματα, σε φυσικές ρητίνες και στα περισσότερα συνθετικά.

White spirit: αποτελεί ένα μείγμα ελαφρών παραγώγων του πετρελαίου. Χρησιμοποιείται στα ελαιοχρώματα αντί του τερεβινθελαίου (είναι φθηνότερο).

Νάφθα: προέρχεται από την απόσταξη της πίσσας και των λιθανθράκων. Χρησιμοποιείται σε ορισμένες συνθετικές ρητίνες και στη χλωριούχο καουτσούκ.

Αλκοόλες (μεθυλική αλκοόλη ή ξυλόπνευμα και αιθυλική αλκοόλη): χρησιμοποιούνται στην παρασκευή βερνικιών με αλκοόλη και σε βερνίκια με γλυκεροφθαλικές ρητίνες.

 

Advertisements

Ρητίνες και γόμες


Οι ρητίνες και οι γόμες αποτελούν μαζί με τα έλαια τα κύρια συστατικά των βερνικιών. Κατά την παρασκευή ορισμένων χρωμάτων, τα βερνίκια χρησιμοποιούνται ως φορείς, εντός των οποίων διαλύονται, ή διασπείρονται οι χρωστικές ουσίες.

Η στερεοποίηση των ρητινών και των γομών γίνεται με οξείδωση ή με πολυμερισμό. Κατά τη στερεοποίηση, σχηματίζουν μεμβράνη πάνω στη χρωματισμένη επιφάνεια, της οποίας οι ιδιότητες εξαρτώνται από το είδος της ρητίνης ή της γόμας. Οι ρητίνες και ο γόμες διακρίνονται σε φυσικές και τεχνητές.

Ρητίνες και Γόμες

Φυσικές γόμες και ρητίνες

Γόμες Copal (ορυκτό): Γόμμα Μαδαγασκάρης, Γόμμα Κογκό, Γόμμα Ζανζιβάρης

Μαστίχη Χίου: διαλύεται στο τερεβινθέλαιο (νέφτι) και νάφθα

Σανδαράχη

Γομμαλάκα: Γόμμα που προέρχεται από ένα έντομο της Ινδονησίας. Διαλύεται στο οινόπνευμα και την ακετόνη. Ευρεία χρήση στην παρασκευή βερνικιών οινοπνεύματος.

Κολοφώνιο: Λαμβάνεται από τη ρητίνη κονωφόρων δένδρων. Διαλύεται στο οινόπνευμα, στο ξυλόπνευμα, στο τερεβινθέλαιο και στη νάφθα. Χρησιμοποιείται για την παρασκευή βερνικιών και ως πρώτη ύλη στην παρασκευή συνθετικών ρητινών.

Αιθυλοκυτταρίνη (αιθυλοσελουλόζη): Παρασκευάζεται από κυτταρίνη. Διαλύεται στους περισσότερους οργανικούς διαλύτες.

Οξεική κυτταρίνη (ακετοσελουλόζη): διαλύεται στους περισσότερους οργανικούς διαλύτες. Είναι υδρόφιλος.

Μεθυλοκυτταρίνη: διαλύεται μόνο στο ψυχρό νερό. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή υδροχρωμάτων και υλικών προετοιμασίας επιφανειών (υλικά σπατουλαρίσματος).

Πίσσες και άσφαλτοι: χρησιμοποιούνται στην παρασκευή μαύρων βερνικιών και αντισκωρικών χρωμάτων.

Πολυστυρόλες: έχουν μεγάλη καλυπτική ικανότητα και χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των βερνικιών.

Ακρυλικές ρητίνες: παρουσιάζουν μεγάλη αντοχή στις καιρικές επιδράσεις, υψηλή πρόσφυση επί του σιδήρου και του αλουμινίου, μεγάλη διαφάνεια και χρησιμοποιούνται στα βερνίκια.

Χλωριούχο καουτσούκ: παρουσιάζει μεγάλη αντοχή στις χημικές επιδράσεις. Είναι πολύ κατάλληλο για επιχρώσεις επιφανειών από τσιμέντο και σίδηρο.

Τεχνητές ρητίνες

Ρητίνες φορμόλης (φορμαλδεΰδης): αναμειγνυόμενες με φυτικές ρητίνες (κυρίως με κολοφώνιο), με λινέλαιο ή με τερεβινθέλαιο δίνουν πολλά είδη υλικών, τα οποία διαλύονται μόνο στα έλαια. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή βερνικιών και χρωμάτων, κυρίως σε εξωτερικές επιφάνειες, λόγω της αντοχής τους στις καιρικές συνθήκες και στην ταχεία ξήρανση.

Ρητίνες φαινόλης (φαινοπλάστης): αναμειγνυόμενες με φυτικές ρητίνες (κυρίως με κολοφώνιο), με λινέλαιο ή με τερεβινθέλαιο δίνουν πολλά είδη υλικών, τα οποία διαλύονται μόνο στα έλαια. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή βερνικιών και χρωμάτων, κυρίως σε εξωτερικές επιφάνειες, λόγω της αντοχής τους στις καιρικές συνθήκες και στην ταχεία ξήρανση.

Ρητίνες φορμόλης – ουρίας (αμινοπλάστες): διαλύονται στο οινόπνευμα και στους υδρογονάνθρακες. Τα παρασκευαζόμενα βερνίκια είναι άχρωμα και ανθεκτικά στο φως. Η σχηματιζόμενη μεμβράνη επί της χρωματιζόμενης επιφάνειας, έχει μεγάλη σκληρότητα.

Γλυκεροφθαλικές ρητίνες: αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, ξεραίνονται ταχύτατα και δίνουν μία μεμβράνη σκληρή και υψηλής αντοχής. Χρησιμοποιούνται στην παρασκευή χρωμάτων και βερνικιών.

Χρώματα και χρωστικές

Χρώματα

titanium(IV) oxide

Image via Wikipedia

Χρώμα, ονομάζεται κάθε υγρό που περιέχει μία χρωστική ουσία, διαλυμένη. Τα κύρια συστατικά των χρωμάτων και των βερνικιών, διακρίνονται σε φορείς, χρωστικές ύλες, ρητίνες και σε διαλυτικά και στεγανωτικά υλικά.

Οι φορείς είναι τα βασικά υλικά των χρωμάτων και των βερνικιών, τα οποία καθιστούν δυνατή την ομοιόμορφη κατανομή των χρωστικών ουσιών και των ρητινών. Περαιτέρω, βοηθούν στην προσκόλληση των μορίων των χρωστικών ουσιών και των ρητινών στην επιφάνεια βαφής.

Οι χρωστικές ουσίες, οι οποίες αποτελούν το σώμα του χρώματος, δίνουν τους διάφορους χρωματισμούς στις βαφόμενες επιφάνειες και βρίσκονται διαλυμένες μέσα στον υγρό φορέα.

Οι ρητίνες αποτελούν το σώμα των βερνικιών.

Τα διαλυτικά υλικά, χρησιμοποιούνται στα χρώματα και στα βερνίκια για να δώσουν την επιθυμητή πυκνότητα, ώστε να διευκολύνεται η καλή εφαρμογή τους.

Τα στεγανωτικά ρυθμίζουν το χρόνο στερεοποιήσεως των χρωμάτων και των βερνικιών. Η στερεοποίηση των χρωμάτων και των βερνικιών, που χρησιμοποιούνται στα δομικά έργα, γίνεται διά της έκθεσής τους στον ατμοσφαιρικό αέρα. Μετά την εξάτμιση του διαλύτη ή την οξείδωση του ελαίου ή των ρητινών, ακολουθεί σκλήρυνση. Μετά την σκλήρυνση, δεν είναι δυνατή η επαναφορά τους στην υγρή κατάσταση. Τα χρώματα χρησιμοποιούνται στα δομικά έργα, για την προστασία από τη διάβρωση των δομικών έργων, για λόγους διακόσμησης και αισθητικής, αλλά και για λόγους υγιεινής. Από τον συνδυασμό των παραπάνω, γίνεται και η εκλογή του χρώματος βαφής μίας επιφάνειας.

Χρωστικές ουσίες:

Οι χρωστικές ουσίες πρέπει ναι έχουν τις παρακάτω ιδιότητες:

Λεπτότητα κόκκων, για να επιτυγχάνεται η ομοιόμορφη κατανομή

Σταθερότητα χρωματισμού προ της χρήσεως

Μεγάλη καλυπτική ικανότητα, δηλαδή, ικανότητα κάλυψης όσο το δυνατόν μεγαλύτερης επιφάνειας, με την αυτή ποσότητα του χρώματος

Ανθεκτικότητα έναντι της θερμότητας

Χημική αδράνεια έναντι του υλικού πάνω στο οποίο θα γίνει η επίχρωση

Οι χρωστικές ουσίες διακρίνονται ως προς την προέλευση, σε φυσικές και συνθετικές, ως προς τον χρωματισμό και ως προς τη χημική συμπεριφορά, έναντι του υλικού της προς βαφή επιφάνειας.

Είδη χρωστικών ουσιών:

Λευκές χρωστικές

Ανθρακικό ασβέστιο CaCO3 (ασβέστης, κιμωλία): Η προέλευσή του μπορεί να είναι είτε φυσική είτε τεχνητή και χρησιμοποιείται ως πλαστικοποιητική ύλη (κάνει το χρώμα παχύ).

Βασικός ανθρακικός μόλυβδος 2PbCO3Pb(OH)2 (λευκό του μολύβδου, στουπέτσι): είναι πολύ σταθερή χρωστική στις εξωτερικές επιδράσεις. Προσβάλλεται από το υδρόθειο (H2S) και είναι δηλητηριώδες. Κατά τη χρήση πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις γι’ αυτό χρησιμοποιείται σπάνια.

Οξείδιο του ψευδαργύρου  ZnO (λευκό του ψευδαργύρου, τσίγκος): έχει τεχνητή προέλευση και χρησιμοποιείται κυρίως σε εσωτερικές επιχρώσεις.

Λιθοπόνιο (βαρύς τσίγκος) (μίγμα με τη συνήθη σύνθεση 60% BaSO4, 30% ZnSO4, 2% ZnO και  2% BaCO3): παρουσιάζει μεγάλη καλυπτική ικανότητα και αυξάνει την ταχύτητα στεγνώματος. Χρησιμοποιείται στα χρώματα και τα βερνίκια.

Διοξείδιο του τιτανίου TiO2 (λευκό του τιτανίου): διαθέτει μεγάλη καλυπτική ικανότητα

Ερυθρές χρωστικές

Επιτετροξείδιο του μολύβδου Pb3O4(μίνιο): Το μίνιο σε σκόνη είναι δηλητηριώδες, μετά την ανάμειξη με λινέλαιο, χάνει την τοξικότητα (σαπωνοποιείται). Προσβάλλεται από το H2S και μαυρίζει. Με τη βοήθειά του παρασκευάζονται αντισκωριακά χρώματα.

Άλατα του υδραργύρου (κινάβαρι και βερμιγιόν): χρησιμοποιούνται για διακοσμήσεις και κοστίζουν πολύ

Βαθύ ερυθρό (κινάβαρι)

Ανοικτό ερυθρό (βερμιγιόν)

Μίνιο του σιδήρου: Αποτελεί φυσική χρωστική και παρασκευάζεται από τα οξείδια του αιματίτη και του λειμωνίτη.

Ερυθρές ώχρες: Παρασκευάζονται από διάφορα ορυκτά.

Κίτρινες χρωστικές

Κίτρινο του χρωμίου: Παρασκευάζεται από άλατα του χρωμίου και ενός μετάλλου (π.χ. σίδηρος, μόλυβδος, ψευδάργυρος, κ.λ.π.). Ανάλογα προς το μέταλλο ποικίλλει ο τόνος του χρωματισμού από ανοικτό κίτρινο έως πορτοκαλί.

Κίτρινες ώχρες: Ανήκουν στις φυσικές χρωστικές και παρασκευάζονται από άργιλο και οξείδια του σιδήρου. Έχουν σταθερό χρωματισμό.

Κυανές χρωστικές

Άλατα του χαλκού και του κοβαλτίου:

Κυανό του Βερολίνου: Παρασκευάζεται από σιδηροκυανικούχο σίδηρο.

Πράσινες χρωστικές

Άλατα του χαλκού (πράσινο του Schweinfurt): Τα άλατά του είναι ισχυρά δηλητήρια. Χρησιμοποιούνται στα χρώματα υποθαλασσίων κατασκευών, γιατί δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροοργανισμών.

Άλατα του χρωμίου:

Φαιές χρωστικές

Αργιλικές γαίες (π.χ. χώμα της Σιένα, φαιά ώχρα κ.λ.π.):

Μαύρες χρωστικές

Αιθάλη (φούμο, καπνιά): Ανάλογα με την προέλευση διακρίνεται σε αιθάλη ρητίνης, πίσσας και ασετυλίνης.

Γραφίτης: Χρησιμοποιείται στην παρασκευή αντισκωριακών χρωμάτων.

Πίσσα: Χρησιμοποιείται στην παρασκευή χρωμάτων και βερνικιών.

Χρηστικότητα και στυλ .

 

Eίχατε ποτέ φανταστεί πως θα μπορούσατε να κατασκευάσετε έναν ολόκληρο καναπέ, έναν πολυχρηστικό πάγκο για την κουζίνα ή ένα country chic κεφαλάρι για το κρεβάτι -το οποίο θα το βάψετε σε λευκή πατίνα- χρησιμοποιώντας αποκλειστικά ξύλινες παλέτες; Aν παρ’ όλα αυτά δεν έχετε χρόνο για κατασκευές, μπορείτε απλά να χρησιμοποιήσετε την παλέτα σαν βάση για τα κουτιά σας και να φτιάξετε μια «οικολογική» συρταριέρα.

Πηγή άρθρου :http://www.e-go.gr/idanikospiti/articles.asp?catid=10205&subid=2&pubid=128801643

90 χρόνια ρωσική τέχνη

120 έργα από τη συλλογή της Πινακοθήκης Μανιέζ της Αγίας Πετρούπολης θα ταξιδέψουν στην Αθήνα, σε μια έκθεση – γνωριμία, με καλλιτέχνες από το 1920 έως την περεστρόικα και τις μέρες μας

90 χρόνια ρωσική τέχνη

Από τη Ρωσική Πρωτοπορία, που σφυρηλάτησε την αισθητική της επαναστατικής µεταµόρφωσης του πολιτισµού, µέχρι τον σοσιαλιστικό ρεαλισµό, που έθεσε υπό έλεγχο την τέχνη, την περεστρόικα και τη µετα-περεστρόικα, που απελευθέρωσε τη δηµιουργική δραστηριότητα. Εκατόν είκοσι έργα από τη συλλογή της Πινακοθήκης Μανιέζ της Αγίας Πετρούπολης, που καλύπτουν µια τεράστια περίοδο από το 1920 έως τις µέρες µας, θα ταξιδέψουν στην Αθήνα, για να παρουσιαστούν στο Ιδρυµα Β. & Μ. Θεοχαράκη, µεταξύ 15 Δεκεµβρίου και 11 Μαρτίου. Πρόκειται για µια µοναδική έκθεση που θα δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσουµε την πορεία της ρωσικής ζωγραφικής, µέσα από πολλές ιστορικές συγκυρίες. Οι καλλιτέχνες δεν είναι οι περισσότεροι τόσο γνωστοί εκτός ρωσικών συνόρων όσο εκείνοι της Ρωσικής Πρωτοπορίας της Συλλογής Κωστάκη. Είναι αποκλειστικά δηµιουργοί που έζησαν στην πόλη Πέτρογκραντ (1914-1924) / Λένινγκραντ (1924-1991)/ Αγία Πετρούπολη. Την πρωτεύουσα των τσάρων, την πόλη απ’ την οποία διέρχεται ο Νέβας, που γέννησε µεγάλους δηµιουργούς σε όλους τους καλλιτεχνικούς χώρους, που φούντωσε η σπίθα της Ρωσικής Επανάστασης και γέννησε τις ιδέες της Ρωσικής Πρωτοπορίας. Αυτήν την πόλη αποτυπώνουν, µε διαφορετικές τεχνοτροπίες και συναισθηµατική αµεσότητα, οι ζωγράφοι της έκθεσης. Εκτός από χαρακτηριστικές απόψεις της πόλης, τους καλλιτέχνες απασχόλησαν προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και συνθέσεις.

Κορυφαία έργα είναι αυτά της περιόδου 1920-1940, όπως µας ενηµερώνει η διευθύντρια της Πινακοθήκης Μανιέζ, Μαρίνα Τσιγκαρκχανιάν, συνεπιµελήτρια µαζί µε την Αφροδίτη Οικονοµίδου. Σύµφωνα µε την ίδια, τα έργα αυτής της εποχής «παρουσιάζουν µε τον ξεχωριστό πλαστικό χαρακτήρα τους την ιδιαίτερη »τοµή» της σοβιετικής τέχνης, η οποία καταρρίπτει τα καθιερωµένα στερεότυπα». Τότε έδρασε η περίφηµη οµάδα «Ο κύκλος των καλλιτεχνών», που, µε επιρροές από τη Γαλλία, προσήλκυσε τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες, όπως τους Πακούλιν, Ρουσακόβ, Ποτστένι, Τιµοσένκο, Παχόµοφ, Ζαγκόσκιν, Λιζάκ κ.ά. Τα µέλη του «Κύκλου» ενσάρκωσαν στα έργα τους την ατµόσφαιρα των κοινωνικών αλλαγών και των αναζητήσεων για µια καινούργια ζωή. Κι άλλοι που δεν ανήκαν τυπικά στην οµάδα ασπάστηκαν την εκφραστική αισθητική της, όπως οι Νικολάι Λαπσίν και Βλαντίµιρ Γκρίνµπεργκ, λησµονηµένοι για πολλές δεκαετίες στην ΕΣΣΔ. Στη λίστα των άδικα ξεχασµένων ζωγράφων συγκαταλέγεται και η Πελαγία Σουρίγκα, µε τα φουτουριστικά έργα της. Οταν το Μανιέζ παρουσίασε αναδροµική της το 2007 ήταν µια πραγµατική αποκάλυψη για τους θεατές.

Τόσο ο «Κύκλος» όσο κι άλλες οµάδες υποχώρησαν αναγκαστικά στην κυβερνητική απόφαση του 1932 να απαγορεύσει τη συγκρότηση καλλιτεχνικών οµάδων και να συσταθεί µια ενιαία Ενωση, γεγονός που συνεπαγόταν τον ιδεολογικό και εκφραστικό έλεγχο της τέχνης, σύµφωνα µε το δόγµα του σοσιαλιστικού ρεαλισµού.

ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΜΕ 40 ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Εργα των Αλεξάντερ Μπίκτερ, Κονσταντίν Ρουντακόφ, Μαρία Γκορόχοβα, Πελαγία Σουρίγκα. Κάτω, η Πινακοθήκη Μανιέζ

Εργα των Αλεξάντερ Μπίκτερ, Κονσταντίν Ρουντακόφ, Μαρία Γκορόχοβα, Πελαγία Σουρίγκα. Κάτω, η Πινακοθήκη Μανιέζ

Η ποιητικότητα του Λένινγκραντ είχε διαφορετική απήχηση στους καλλιτέχνες στις διάφορες ιστορικές στιγμές. Κατά την πολιορκία των 900 ημερών (Σεπτ. 1941- Ιαν. 1944) από τα γερμανικά στρατεύματα στις τοπιογραφίες επικρατεί η διάθεση ενός ελεγχόμενου περιορισμού. Πολλοί καλλιτέχνες που δεν κατάφεραν να διαφύγουν, συνέχισαν να εργάζονται κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Αρχειακές φωτογραφίες δείχνουν τον Πακούλιν, όρθιο μπροστά στο καβαλέτο, να ζωγραφίζει με 40 υπό το μηδέν. Αλλοι, όπως οι Λαπσίν, Γκρίνμπεργκ, Ποτστένι, Ζαγκόσκιν, χάθηκαν εξαιτίας της πείνας και της εξάντλησης. Συνάδελφοι και φίλοι έσωσαν το έργο τους και το παρέδωσαν στα μουσεία. Τα έργα του Ζαγκόσκιν διασώθηκαν χάρη στον 13χρονο ανιψιό του, ο οποίος παρά την εξάντληση τα μετέφερε στο σπίτι του, ενώ στη δεκαετία του 1990, μεταναστεύοντας στις ΗΠΑ, τα δώρισε στο Ρωσικό Μουσείο και στο Μανιέζ.

ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟ
Η Πινακοθήκη Μανιέζ στεγάζεται σε ένα επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο του 1807, το οποίο κτίστηκε, αρχικά, για να στεγάσει τη Σχολή Ιππασίας της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Τζάκομο Κουαρένγκι, ο οποίος σχεδίασε πολλά παλάτια και μέγαρα της πόλης.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ