Πάνος Αραβαντινός : Ο μάγος των σκηνικών

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ

«Αυτός ο Ελληνας χάρισε στο γερμανικό θέατρο έργα με τόσο απερίγραπτη εσωτερικότητα, τόσο ρομαντική μαγεία, ώστε μοιάζει σχεδόν ασύλληπτο πώς ένας ξένος μπόρεσε να διεισδύσει τόσο βαθιά στον κόσμο των ιδεών των Γερμανών ποιητών και συνθετών. Χωρίς υπερβολή, μια σειρά έργων οφείλουν την επιτυχία τους σε μεγάλο βαθμό στο μαγικό παραμυθένιο ένδυμα που τους προσέδωσε ο Αραβαντινός επί σκηνής…»

Ετσι αποτίμησε ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της Οπερας του Αμβούργου, Λέοπολντ Σάσε, το έργο του σκηνογράφου Πάνου Αραβαντινού (1884-1930), λίγες μέρες μετά το θάνατό του .

Ηδη από το 1917 στη Γερμανία, ο Αραβαντινός κατάφερε να αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνογράφους, δημιουργώντας σκηνικά για περισσότερες από 110 παραστάσεις όπερας, οπερέτας, μπαλέτου και πρόζας. Μια δεκαετία μετά το θάνατό του, οι σκηνογραφίες του εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται. Τη δεκαετία του ’80, σε διεθνή δισκογραφική κριτική για την όπερα «Βότσεκ» του Μπεργκ, επιλέχθηκε ως εικονογράφηση ένα από τα εντυπωσιακά σκηνικά τα οποία δημιούργησε στην πρώτη παγκόσμια παρουσίασή της, το 1925. Αν ο θάνατος δεν ανέκοπτε την πορεία του στα 46 του χρόνια από πνευμονία, θα αποτελούσε ένα από τα μεγάλα κεφάλαια στην ιστορία της ευρωπαϊκής όπερας.

Τη ζωή και το έργο του φωτίζει εξαντλητική μονογραφία 645 σελίδων της ιστορικού Φωφώς Μαυρικίου, που μόλις κυκλοφόρησε από το Μουσείο Μπενάκη -συνοδεύεται από CD-Rom με πλήρη εργογραφία. «Είχα την τύχη να μεγαλώσω διατηρώντας από νωρίς φιλικές σχέσεις με την οικογένεια», γράφει στην εισαγωγή της. Στους τοίχους του διαμερίσματος των Αραβαντινών γνώρισε τα έργα του καλλιτέχνη και παρακίνησε την αδελφή του να της εμπιστευτεί το αρχειακό υλικό. Ηταν απλώς η αφετηρία της.

Η πολύχρονη έρευνά της ενοποιεί για πρώτη φορά, έπειτα από τις καταστροφές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα αρχεία από τις όπερες Βερολίνου, Αμβούργου, Κολονίας, Λιψίας και Δρέσδης, των Πανεπιστημιακών Σχολών Θεατρολογίας των πόλεων αυτών, καθώς και του Κέντρου Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ.

Ο αναγνώστης θα ανακαλύψει το έργο του Πάνου Αραβαντινού, ζωγραφικό και σκηνογραφικό. Αν και από το 1972 ιδρύθηκε στον Πειραιά -χάρη στην αδελφή του Καλλιόπη- το Μουσείο Σκηνογραφίας Πάνου Αραβαντινού, οφείλαμε να εκτιμήσουμε τη συμβολή του κοσμοπολίτη δημιουργού στην εξέλιξη της όπερας του 20ού αιώνα. Το πρωτογενές αρχειακό υλικό της μελέτης της Φωφώς Μαυρικίου το πετυχαίνει.

Γεννημένος στην Κέρκυρα στις 7 Σεπτεμβρίου έδειξε από μικρός το ταλέντο του στη ζωγραφική, αν και, μεγαλώνοντας, η μεγάλη του αγάπη αποδείχτηκε η μουσική. Το 1903 ξεκίνησε να σπουδάζει στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βερολίνου. Τις πρώτες σκηνογραφίες του τις υπογράφει στην Αθήνα. Την τριετία 1914-1917 συνεργάζεται με τους κυριότερους εκπροσώπους του μουσικού και θεατρικού κόσμου («Πόλεμος εν Πολέμω», «Η πριγκήπισσα της Σασσών» του Σπυρίδωνος-Φιλίσκου Σαμάρα κ.ά.). Το 1916 φιλοτεχνεί τη διάσημη μέχρι σήμερα αφίσα για τον «Πρωτομάστορα» του Μανόλη Καλομοίρη.

Στο Βερολίνο θα απογειωθεί. Κατάφερε από τους πρώτους ήδη μήνες της παραμονής του να λάβει ευρεσιτεχνία για τη μελέτη μετακίνησης σκηνικών! «Επιβλήθηκε ως σκηνογράφος στο Βασιλικό Θέατρο του Βερολίνου, διότι δεν περιορίστηκε στη δημιουργία μεγαλόπρεπων σκηνικών, αλλά απέδιδε μεγαλύτερη έμφαση στην ανάδειξη της βασικής ιδέας του έργου που σκηνογραφούσε, όπως αυτή είχε αποδοθεί από τον συνθέτη», γράφει η ερευνήτρια. Το στίγμα του το έδωσε ήδη από την πρώτη μεγάλη του επιτυχία με την όπερα του Ρίχαρντ Στράους «Η ανίσκιωτη γυναίκα», το 1920. Το χάρισμά του να «μετατρέπει σε χρώμα και φως το ψυχικό περιεχόμενο της μουσικής» φάνηκε και σε τόσο διαφορετικά έργα όπως «Ταμερλάνος» του Χέντελ, η «Απαγωγή από το σεράι» του Μότσαρτ, «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Βάγκνερ, «Αΐντα» του Βέρντι, «Κάρμεν» του Μπιζέ.

«Ομολογώ ότι την «Ανίσκιωτη γυναίκα» πήγαινα να τη δω συχνά, όχι χάριν της μουσικής του Ρ. Στράους, αλλά χάριν των σκηνικών εικόνων του Αραβαντινού», έγραφε μια ημέρα μετά το θάνατό του ο διάσημος Γερμανός μουσικοκριτικός Αλφρεντ Αϊνστάιν. *

Πηγή άρθρου εφημερίδα Ελευθεροτυπία :http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=277136

Φωτεινό διάλειμμα.

Της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Τα εγκαίνια της έκθεσης «Το Φωτεινό Διάστημα» στο Guggenheim Bilbao από τη συλλογή του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ένα γεγονός glorioso που γνωστοποιεί διεθνώς την άλλη όψη της Ελλάδας του Μνημονίου.

Η διεθνής παρουσία μέρους της συλλογής, την οποία ούτως ή άλλως θεωρούμε εξαιρετική, πρώτα στη Whitechapel του Λονδίνου και τώρα στο Guggenheim Bilbao, προβοκάρει ένα μέρος του ευρωπαϊκού κοινού, αφ’ ενός στην αναζήτηση ενός νέου Ελληνα «tycoon» (βλέπετε, μια παράδοση στο είδος την έχουμε), αφ’ ετέρου στη διαπίστωση ότι ο τόπος δεν παράγει μόνο διεφθαρμένους πολιτικούς αλλά και επιτυχημένους επιχειρηματίες που αγαπούν την τέχνη και κάνουν σοβαρές συλλογές.

Με Ευρωπαίους συνεργάτες επιμελητές και μελετητές της τέχνης, ο Δ. Δασκαλόπουλος, που απέκτησε ειδικό βάρος στη διεθνή κοινότητα των ανθρώπων των μουσείων και με την ίδρυση ενός ταμείου για αγορά έργων στο Guggenheim της Νέας Υόρκης, γίνεται, μετά τον Δάκη Ιωάννου, το πρόσωπο αυτής της περιόδου. Και αν κρίνουμε από το πρώτο δημοσίευμα των Ν.Υ. Times, «Το Φωτεινό Διάστημα» στο Μπιλμπάο εμφανίζεται πολύ πιο θετικά από ό,τι η συλλογή του κ. Ιωάννου στην έκθεση της Νέας Υόρκης, γεγονός που οφείλεται στην επιμελητική φροντίδα και άποψη. Αν και είναι μάλλον άτοπο να συγκρίνει κανείς απόψεις συλλεκτών και διαθέσεις, εν τούτοις μοιραία φτάνουν τα πράγματα εκεί. Οπως μοιραία φτάνει στο τραπέζι της όποιας συζήτησης η σχέση του δημόσιου και του ιδιωτικού.

Πριν περάσουμε στην ίδια την έκθεση, θα πρέπει να αναφερθεί το υποστηρικτικό πλαίσιο, το οποίο υπήρξε ευρηματικό στο διήμερο των εγκαινίων, δηλαδή στις 9 και 10 Απριλίου, στο Μπιλμπάο. Δύο τραπέζια ομιλητών-σχολιαστών, το πρώτο με τη συμμετοχή καλλιτεχνών της έκθεσης, το δεύτερο με τη συμμετοχή επιμελητών-συνεργατών. Στην πρώτη περίπτωση παρατηρεί κανείς ότι ο σύγχρονος καλλιτέχνης παραμένει κατά βάθος ο ίδιος με εκείνον της εποχής των Μεδίκων (συγγνώμη, παιδιά) ως προς την αντιμετώπιση της σχέσης του με τη θεσμική εξουσία και την αγορά. Τόσο ο Kendell Geers (με το εξαιρετικό έργο του, διαμαρτυρία κατά της πολιτικής της παγκόσμιας οικονομίας) όσο και ο Thomas Hirschhorn (με την τρομακτική του σπηλιά και όσα εγκλείει για το μέλλον του ανθρώπου), κατανάλωσαν αρκετό χρόνο στο τραπέζι των ομιλητών για τον προβληματισμό τους αν θα έπρεπε να υπογράψουν ή όχι την καταγγελία για τις απαράδεκτες συνθήκες των εργατών στο Guggenheim του Αμπού Ντάμπι. Τελικά υπέγραψαν, αλλά στο χώρο του Gug. Bilbao έμοιαζαν να απολογούνται. Οσο για τους επιμελητές, είχαν να καταθέσουν για την ενδιαφέρουσα διαδικασία της επιμέλειας έως το συναίσθημα, δίχως βέβαια να προσθέσουν κάτι άγνωστο -και πώς θα γινόταν άλλωστε σε έναν κόσμο όπου όλα είναι ειπωμένα και καταγραμμένα.

Το νέο σε όλη αυτή τη συγκέντρωση, αλλά και στις επίσημες ομιλίες στο δείπνο των εγκαινίων, είναι η ανάδειξη του συλλέκτη σε εξόχως πνευματική προσωπικότητα με εξαιρετικό ταλέντο στην τέχνη. Στις συνεντεύξεις που δόθηκαν και κυρίως στην ενδιαφέρουσα συνέντευξη του βιβλίου-καταλόγου, όπου ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος συνομιλεί με τη επιμελήτρια της έκθεσης Nancy Spector, είναι εντυπωσιακό το image του συλλέκτη που αγάπησε την τέχνη στα 12 χρόνια του μέσα από έναν Ρούμπενς, πριν περάσει στη συλλογή έργων σύγχρονης τέχνης.

Η επιλογή των έργων, θαυμάσια. Σε ένα σύνολο 400 καλών έργων της συλλογής η έκθεση έκανε φόκους σε περίπου 60 καλλιτέχνες, με εγκαταστάσεις κυρίως και μεγάλα έργα, με καλή ενδοεπικοινωνία μεταξύ τους. Παράδειγμα, το δωμάτιο της Annette Messager με τις γνωστές κλωστές, όπου κρέμονται μνήμες και βιώματα μέσω συναισθηματικών αντικειμένων και φωτογραφιών, σε άριστη γειτνίαση με το δωμάτιο του Wangechi Mutu, όπου κρέμονται τα κολάζ των δερμάτων των ζώων.

Εξαιρετικά τα έργα των Mark Dion και Robert Williams, η παρουσία των έργων της Bourgeois, της Abramovic, του Hirst, οι βιντεοεγκαταστάσεις του John Block, του Kutluc Ataman, του Steve MC Queen, τα έργα του Αλέξανδρου Ψυχούλη, μοναδικού Ελληνα της έκθεσης, της Kiki Smith, των Walid Raad και Atlas Group.

Μια εξαιρετική παρουσία έργων τέχνης των 20 τελευταίων χρόνων καλά επιλεγμένων, ώστε να αποτελούν τα διαμάντια της καλλιτεχνικής παραγωγής του τέλους του 20ού αιώνα και των αρχών του 21ου. Προσωπικά, θα έλεγα ότι μπορούν να διεκδικούν το χαρακτήρα των κλασικών έργων του σύγχρονου και θα πρόσθετα ότι η συλλογή έχει την πνευματικότητα μιας ευρωπαϊκής παράδοσης.

Προς το παρόν, ο συλλέκτης οργανώνει στο κεφάλι του διάφορα δωμάτια δικής του επιμέλειας, όπως λέει και στη συνέντευξή του στη Nancy Spector, προβληματισμένος για το χώρο μιας πιο μόνιμης φιλοξενίας των έργων. *

Πηγή άρθρου: http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=267687

Βάψτε τα πασχαλινά αυγά με φυσικές χρωστικές .

Φέτος, βάψτε τα αβγά με φυσικές χρωστικές από φρούτα και λαχανικά. Ρίξτε στην κατσαρόλα φλούδες από κρεμμύδια, μαύρο ή πράσινο τσάι, φύλλα κόκκινου λάχανου και άλλα φυσικά υλικά που είναι πλούσια σε χρωστικές ουσίες και βάψτε τα αβγά σας με τον πιο φυσικό τρόπο.

Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσετε:

  1. Βράστε καλά τα αβγά και αφήστε τα να κρυώσουν.
  2. Πλύνετε τα καλοβρασμένα αβγά με χλιαρό σαπουνόνερο για να αφαιρέσετε οτιδήποτε υπόλειμμα έχει μείνει πάνω στο τσόφλι.
  3. Υπολογίστε την ποσότητα των χρωστικών υλικών που θα χρησιμοποιήσετε, ανάλογα με το πόσο έντονο θέλετε να είναι το τελικό χρώμα και πόσα είναι τα αβγά που θα βάψετε. Υπολογίστε ότι για κάθε χούφτα υλικού προσθέτετε περίπου 1 φλιτζάνι νερό και ότι το συνολικό νερό που θα προσθέσετε πρέπει να είναι αρκετό για να σκεπάσει αργότερα τα αβγά (αν δεν θέλετε να μετράτε φλιτζάνια, ρίξτε τα χρωστικά υλικά στην κατσαρόλα και σκεπάστε τα με νερό μέχρι η στάθμη του να ξεπεράσει περίπου 3 δάχτυλα την στρώση των υλικών).
  4. Βράστε στην αρχή σε δυνατή φωτιά και έπειτα χαμηλώστε τη θερμοκρασία και αφήστε τα να σιγοβράσουν για 15 λεπτά έως 1 ώρα, ανάλογα με το χρώμα που θέλετε να πετύχετε (έχετε πάντα υπόψη σας ότι το χρώμα του νερού είναι πιο έντονο από το χρώμα του αβγού στο τέλος της διαδικασίας).
  5. Σουρώστε το χρωματιστό νερό σε ένα σκεύος και προσθέστε για κάθε φλιτζάνι υγρού 2-3 κουταλιές του γλυκού λευκό ξίδι.
  6. Βάλτε τα βρασμένα αβγά σε ένα βαθύ μπολ και ρίξτε από πάνω το χρωματιστό μίγμα νερού- ξιδιού μέχρι να τα σκεπάσετε.
  7. Αφήστε τα αβγά μέσα στο νερό μέχρι να αποκτήσουν το χρώμα που θέλετε. (Συστήνεται να τοποθετήσετε το μπολ με τα αβγά και το νερό στο ψυγείο, αφού πρώτα βεβαιωθείτε ότι έχει κρυώσει το υγρό και να τα αφήσετε εκεί για ένα βράδυ).
  8. Την επόμενη μέρα βγάλτε τα αβγά από το νερό με μια τρυπητή κουτάλα και αφήστε τα να στεγνώσουν πάνω σε μια σχάρα.
  9. Όταν στεγνώσουν τελείως, μπορείτε να τα αλείψετε με λίγο ελαιόλαδο για να γυαλίζουν.

 

Διαλέξτε υλικά ανάλογα με το χρώμα:

  • Κόκκινο: μεγάλη ποσότητα από φλοίδες κρεμμυδιού, χυμός ροδιού, σμέρουρα, κεράσια σε κονσέρβα μαζί με το σιρόπι.
  • Πορτοκαλί: φλοίδες από κόκκινα κρεμμύδια, καρότα, πάπρικα
  • Καφέ ή μπεζ: καφές, στιγμιαίος καφές, μαύρο τσάι
  • Καφέ- πορτοκαλί: σκόνη τσίλι (τα μπαχαρικά χρειάζονται λιγότερη ποσότητα από ότι τα λαχανικα)
  • Ροζ: πατζάρια, χυμός φραγκοστάφυλλου
  • Βιολετί: τσάι ιβίσκου, άνθη βιολέτας, κόκκινο κρασί
  • Μπλε: φύλλα από κόκκινο λάχανο (βρασμένα), σκουρόχρωμος χυμός σταφυλιού, βατόμουρα (σε κονσέρβα)
  • Πράσινο: σπανάκι (βρασμένο)
  • Κιτρινοπράσινο: φλοίδες από κίτρνα μήλα (βρασμένες)
  • Κίτρινο: φλοίδες λεμονιού και ποροτκαλιού, τσάι χαμομηλιού, πράσινο τσάι, σκόνη κύμινου, σαφράν.

 

Διαφήμιση και χρώμα 1

Το χρώμα στη Διαφήμιση.

Οι περιπέτειες μιας Ιστορικής διαδρομής.

Σιγά-σιγά οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις χρωμάτων άρχισαν να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες για την προβολή και προώθηση των προϊόντων τους με ειδικά κονδύλια διαφήμισης που πολλαπλασιάζονταν ραγδαία. Το χρώμα άρχισε πλέον να εμφανίζεται σε επιγραφές σε μηνύματα στις εφημερίδες και στα περιοδικά της ελληνικής τηλεόρασης με μικρά πεντάλεπτα μηνύματα που αφορούσαν τη βιομηχανία χρωμάτων. Ωστόσο όλες αυτές οι κινήσεις εξακολουθούσαν σε γενικές γραμμές να απευθύνονται και να αφορούν ,όχι αποκλειστικά βέβαια αλλά σίγουρα σε μεγαλύτερο βαθμό, τους εμπόρους και τους χρωματοπώλες. Η σχέση βιομηχανίας χρώματος και χρωματοπώλη παρέμενε ο βασικός μοχλός της διαφημιστικής πολιτικής εκείνης της εποχής που προσανατόλιζε όλη την αισθητική της αντίληψη στην προώθηση απλά και μόνο κάποιων προϊόντων σε επαγγελματικό επίπεδο. Τα χρωματοπωλεία ήταν ο κύριος αποδέκτης αυτών των διαφημιστικών μηνυμάτων που παρ όλη τη μεγάλη ποικιλία τους στην ουσία παρέμεναν ενημερωτικά πάνω στις ιδιότητες και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του κάθε προϊόντος. Η βασική ιδέα που διέπει όλα σχεδόν τα διαφημιστικά μηνύματα της δεκαετίας του 70 και του 80 και τουλάχιστον το πρώτο μισό της δεκαετίας του 90 , είναι το κουτί συσκευασίας. Στα πρώτα τεύχη του περιοδικού του κλάδου των χρωμάτων που εμφανίζεται εκείνη την εποχή αποτελώντας το δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ βιομηχανίας και καταστήματος χρωμάτων, όλες σχεδόν οι καταχωρήσεις φιλοξενούν το κουτί ή τη συσκευασία του χρώματος, συνήθως μαζί με μερικές διευκρινήσεις ή φράσεις κλειδιά, που αναφέρονται στη χρήση του προϊόντος ή στα ειδικά χαρακτηριστικά του.

Η εικόνα της τοποθέτησης άπειρων κουτιών σε μεγάλες στοίβες, καθιερώνεται πλέον σαν το τυπικό μήνυμα που οι εταιρείες των χρωμάτων θέλουν να προβάλλουν κυρίως αποσκοπώντας να κερδίσουν την προσοχή των εμπόρων και των καταστημάτων πώλησης. Εικόνες και φωτογραφίες από χώρους εργοστασίων από stand γεμάτα προϊόντα από ράφια γεμάτα κουτιά, διαφημιστικές σελίδες με αναρίθμητες μάρκες και διαφορετικούς τύπους χρωμάτων , βομβαρδίζουν στην κυριολεξία το δέκτη του μηνύματος, ο οποίος αρχίζει να μην ξεχωρίζει εύκολα τη μία εταιρεία από την άλλη. Το χρώμα έχει αποκτήσει καθαρά χαρακτήρα οικοδομικού προϊόντος. Η επιλεγμένη ομάδα αγοραστών είναι οι επαγγελματίες ελαιοχρωματιστές και οι εργολάβοι. Για αυτό και στις διαφημιστικές καταχωρήσεις απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αναφορά του συσχετισμού κόστους-κέρδους , λίτρων- καλυπτικότητας κλπ. Μια κοινή διαφημιστική λογική , μια τυποποιημένη αισθητική αντίληψη έχει πλέον καθιερωθεί σαν κάτι το δεδομένο σε ολόκληρο το χώρο των χρωμάτων και λίγες είναι οι περιπτώσεις που αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα. Ο απώτερος όμως σκοπός μιας διαφημιστικής προβολής είναι να προκαλέσει την προσοχή περισσότερο με τα πράγματα που υπονοεί παρά με αυτά που δηλώνει. Η γνωστή έκφραση “ μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις “σίγουρα ισχύει με την προϋπόθεση ότι αυτή η εικόνα πρέπει να μιλά. Να μην επαναλαμβάνεται στερεότυπα με κάποια κλισέ που μετά από κάποιο χρόνο δεν προκαλούν το ίδιο ενδιαφέρον. Για πολλά χρόνια αυτές οι σκέψεις μοιάζουν σαν να μην αφορούν το χρώμα και την προώθηση του στην αγορά. Οι εξελίξεις της αισθητικής, τα νέα ρεύματα στην τέχνη και η άμεση σχέση τους με τη διαφήμιση, είναι μηνύματα που λίγες μόνο εταιρείες χρωμάτων παίρνουν σοβαρά υπόψη.

Παρότι το χρώμα είναι η βασική ΄ύλη μιας από τις σπουδαιότερες τέχνες, η σημασία του τουλάχιστον στη χώρα μας για πολλά χρόνια περιοριζόταν στα τεχνικά του χαρακτηριστικά. Το πόσο θαυμάσια αποτελέσματα μπορούσαν να προκύψουν από τη χρήση του δεν γινόταν αντιληπτό από μια έξυπνη διαφημιστική καμπάνια, αλλά μόνο όταν το προϊόν είχε ήδη αγοραστεί και είχε ήδη χρησιμοποιηθεί με επιτυχία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 90 αυτή η πραγματικότητα αρχίζει να αλλάζει. Μαζί με τις εισαγωγές χρωμάτων αρχίζουν σιγά-σιγά να εισάγονται και νέες αισθητικές αντιλήψεις , νέες απόψεις πάνω στη διαφημιστική προβολή του χρώματος. Προσπαθώντας να προσεγγίσουν εκτός από τον επαγγελματία χρωματοπώλη και τον απλό καταναλωτή, οι εταιρίες χρωμάτων αρχίζουν να προσαρμόζουν τις ιδέες τους σε μια νέα πραγματικότητα , σε μια νέα διαφημιστική πρακτική, πάνω στα ίχνη ήδη δοκιμασμένων με επιτυχία ευρωπαϊκών αλλά και διεθνών προτύπων. Αρχίζει να εφαρμόζεται ένας νέος τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα στις βιομηχανίες και τον καταναλωτή, με έντυπες καταχωρήσεις που καταφέρνουν να ξεχωρίζουν συνεχώς, κάθε φορά και με ένα διαφορετικό εύρημα.

Η διαφήμιση στο χρώμα.

Το χρώμα στη διαφήμιση.

Η περιπέτειες μιας ιστορικής διαδρομής.

Αυτό το πέρασμα όμως αργεί να επικρατήσει. Στην αρχή εμφανίζονται καταχωρήσεις που παρότι τείνουν να ξεφύγουν από την τυπική παρουσίαση του κουτιού συσκευασίας, εξακολουθούν να περιορίζονται, σε συμβατικές τεχνικές και εύκολα εφέ που δεν ξεχωρίζουν από μια καθιερωμένη για χρόνια αισθητική συνταγή. Εξ άλλου ακόμη και αν αρχίζουν σιγά-σιγά να εμφανίζονται εσωτερικοί χώροι με χρώματα στους τοίχους και έξυπνες ιδέες διακόσμησης το κουτί παρμένη μαζί τους στη σελίδα καταχώρησης αποτελώντας τον πυρήνα του διαφημιστικού μηνύματος. Με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερες ιδέες εμφανίζονται κυρίως στις σελίδες των περιοδικών. Η προσοχή τώρα επικεντρώνεται στο φόντο, σε κάποια συμπληρωματικά στοιχεία που με την παρουσία τους υπογραμμίζουν τα πλεονεκτήματα του χρώματος ή προβάλλουν την όχι τόσο επιβλαβή σύνθεση του : ΄ένας καταρράκτης , ο πυθμένας ενός ποταμού, ένα καταπράσινο δάσος, πλαισιώνουν την εικόνα του προϊόντος, που τώρα αρχίζει να αποκτά μικρότερες διαστάσεις. Όμορφοι εσωτερικοί χώροι, κάποια υποδείγματα άψογα διακοσμημένων και χρωματισμένων σπιτιών, καταλαμβάνουν πλέον όλη την έκταση της διαφημιστικής καταχώρησης, αποδεικνύοντας έτσι την αξία και τη σημασία της χρήσης των χρωμάτων στη ζωή μας.

Η αύξηση του βιοτικού επιπέδου του μέσου Έλληνα ή ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας σε συνδυασμό με τα ευέλικτα στεγαστικά προγράμματα των τραπεζών έδωσαν τη δυνατότητα στον Έλληνα να αποκτήσει την δική του στέγη. Λογικά λοιπόν έδειξε και περισσότερο ενδιαφέρον για την ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται στο σπίτι του. Έτσι μια νέα αγορά δημιουργείται για την ελληνική χρωματοβιομηχανία που πλέον βρίσκει μέσα να επικοινωνήσει με τον τελικό καταναλωτή και μάλιστα με μηνύματα που τον εκφράζουν. Ο συσχετισμός κόστους-κέρδους έχει αντικατασταθεί από την σχέση ποιότητας-ασφάλειας. Τα ερευνητικά τμήματα των χρωματοβιομηχανιών εστιάζουν τις εργασίες τους στην παραγωγή καινοτομικών προϊόντων , εύχρηστων και όσο το δυνατόν υγιεινών, ώστε να αποκτήσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα σε μια συνεχώς αυξανόμενη ανταγωνιστική αγορά. Παράλληλα μια νέα μόδα έρχεται να καταλάβει ένα σημαντικό κομμάτι στο ράφι των καταστημάτων. Το διακοσμητικό χρώμα. Η λευκή εποχή του τοίχου έχει αντικατασταθεί από τις εντυπωσιακές εφαρμογές τεχνοτροπιών. Μια λογική που δίνει έντονο χαρακτήρα σε κάθε χώρο και μειώνει αισθητά το χρόνο ανακύκλωσης του προϊόντος χρώμα. Οι έντονα βαμμένοι χώροι αλλάζουν χρώμα, ανανεώνονται πιο συχνά από το παραδοσιακό λευκό που διακρίνεται από τη διαχρονικότητα του. Σε συνδυασμό μάλιστα με την αυξημένη τάση το Φτιάχτο Μόνος σου στη χώρα μας, το νέο κομμάτι της αγοράς που αφορά τον ιδιώτη αυξάνει το μερίδιο του και κατά επέκταση επικεντρώνει και το διαφημιστικό ενδιαφέρον των εταιρειών του κλάδου. Τα μηνύματα μέσα από τις καταχωρήσεις γίνονται πιο ενδιαφέροντα πιο εμπορικά. Το χρώμα πλέον είναι ένα καταναλωτικό προϊόν που απευθύνεται σχεδόν παντού. Σιγά-σιγά το κουτί συσκευασίας αποκτά όλο και μικρότερες διαστάσεις , ενσωματώνεται στο γενικότερο πνεύμα της καταχώρησης, συμμετέχει απλά και μόνο για να τονίσει το θέμα, ενώ σταδιακά εμφανίζονται νέα στοιχεία, ακόμη και άσχετα με το χρώμα που υποδηλώνουν όμως, εύλογα το μέγεθος της σημασίας και της αξίας του. Έξυπνα σχεδιασμένα λογότυπα, ένα παγόνι, ένα άλογο, η παλέτα κάποιου ζωγράφου της Αναγέννησης, είναι σημάδια της στροφής προς μια νέα κατεύθυνση.

Μαζί με την ολοένα και μεγαλύτερη άνοδο της διαφημιστικής δαπάνης, αρχίζει πλέον να εφαρμόζεται και στο χώρο των χρωμάτων η αντίληψη πως τα όρια της τέχνης και της διαφήμισης έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν. Ο συμβολισμός το υπονοούμενο οι μεταφορές, το χιούμορ, οι έξυπνες εκπλήξεις μ κυριαρχούν στις περισσότερες διαφημιστικές καταχωρήσεις κάνοντας τις πιο ελκυστικές και πιο προσιτές στον απλό ιδιώτη και καταναλωτή. Το αποτύπωμα ενός χεριού , μια ξύλινη καρδιά, δύο όμορφα μάτια, η παρουσία ενός μοντέλου, οι πεταλούδες, ένα κουτί που μεταμορφώνεται σε πισίνα, κάποια λουλούδια, οι ανάποδες καταχωρήσεις που ανατρέπουν τα δεδομένα , τα μουσικά όργανα που συνθέτουν τη συμφωνία των χρωμάτων. Αυτά είναι τα σύμβολα των νέων μηνυμάτων, η νέα γλώσσα στη διαφήμιση. Είναι οι συνειρμοί της εποχής μας που ανοίγουν καινούργιους δρόμους τόσο στην επικοινωνία, όσο και στην άμεση και πιο αποτελεσματική πληροφόρηση. Γιατί η πολυπλοκότητα των ημερών μας έχει πλέον επιβάλλει τη δική της αλήθεια. Δεν μετράει τόσο το τι θα πεις αλλά το πως θα το πεις.

Χρώμα και διαφήμιση

Το χρώμα στη διαφήμιση .

Οι περιπέτειες μιας ιστορικής διαδρομής.

Μέσα στα εκατόν πενήντα περίπου χρόνια ύπαρξης της ελληνικής βιομηχανίας χρωμάτων, πολλές αλλαγές συντελέστηκαν στους τρόπους της διαφημιστικής προβολής. Πολλές και διαφορετικές ιδέες προώθησης προϊόντων υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. Αυτή η περίπλοκη διαδρομή είναι το αντικείμενο της ανάρτησης αυτής, θέλοντας να τονίσουμε το πόση σημασία έχει μια σωστή διαφημιστική πολιτική στη γενικότερη εξέλιξη ενός ολόκληρου κλάδου.

Μια από τις πρώτες και σημαντικότερες δραστηριότητες της ελληνικής βιομηχανίας χρωμάτων ήδη από τη γέννηση τους τον προηγούμενο αιώνα, υπήρξε η μέριμνα για τη σωστή προώθηση των προϊόντων της. Από το 19ο αιώνα ήταν έντονη η προσπάθεια όλων των επιχειρήσεων του χώρου των χρωμάτων να κάνουν πιο ελκυστικές τις συσκευασίες τους και να τις διαφημίσουν με τον καλύτερο τρόπο. Τότε η πιο συνηθισμένη μέθοδος προώθησης ήταν οι διακοσμήσεις στα επιστολόχαρτα και κάποια όμορφα σήματα που υπήρχαν στους οδηγούς ή στα ετήσια ημερολόγια.

Κάποιες εντυπωσιακές προμετωπίδες σε επιστολόχαρτα που θύμιζαν παραστάσεις Art nouveau, ήταν χαρακτηριστικές για τις διακοσμητικές τάσεις που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Για παράδειγμα το 1914 στα έντυπα της επιχείρησης Βενετσιάνου υπήρχε μια επικεφαλίδα που κάλυπτε πάνω από το ένα τρίτο της σελίδας όπου με μεγάλα γράμματα αναφερόταν η κυριότερη εργασία, δηλαδή “Διακοσμήσεις Οικοδομών “. Όσο διευρυνόταν η αγορά και ο ανταγωνισμός γινόταν πιο έντονος οι τρόποι διαφήμισης άλλαζαν επιδιώκοντας να πλησιάσουν ένα μεγαλύτερο κοινό. Δημοσιεύονταν αγγελίες στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο τύπο, άρχισαν να τυπώνουν πιο περίτεχνες κάρτες, οι πινακίδες των καταστημάτων και των βιομηχανιών εκσυγχρονίστηκαν και μεγάλωσαν οι επιγραφές στα κουτιά των προϊόντων γίνονταν αντικείμενο καλλιτεχνικής επεξεργασίας. Κάθε νέα επιχείρηση που εμφανιζόταν στο προσκήνιο για να επικρατήσει προσέφερε εκτός από νέα προϊόντα , νέες μεθόδους και νέα οργάνωση, νέες μορφές διαφήμισης και προώθησης των προϊόντων της. Εκτός από τη δημοσίευση στον τύπο και την ανάρτηση η τοιχοκόλληση σημάτων και επιγραφών, άρχισαν να χρησιμοποιούνται μέθοδοι αμεσότερης επαφής με τους χρήστες και τους καταναλωτές. Τότε ήταν συνηθισμένο πχ να συγκεντρώνονται οι ετικέτες από τα κουτιά των χρωμάτων και με την προσκόμιση τους στην εταιρεία παραγωγής ο καταναλωτής να αποκτά διάφορες ποσότητες χρωμάτων. Η απλή προσωπική επαφή του καταστηματάρχη με τον πελάτη έδινε σιγά-σιγά τη θέση της σε οπτικές διαφημίσεις και μηνύματα που εκθείαζαν τα προϊόντα των βιομηχανιών που τις σχεδίαζαν. Έτσι έμεινε ακόμη και μέχρι σήμερα κλασική η περίφημη πινακίδα που βλέπαμε σε όλα τα βαγόνια του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου Κηφισιάς-Πειραιά : Ένας ελαιοχρωματιστής να βάφει έναν τοίχο και δίπλα του να υπάρχει το μήνυμα “Το βράδυ έτοιμο !!! αρχίζοντας το πρωί με ARTEX”. Σταδιακά αυξάνονται και οι δαπάνες της διαφημιστικής προβολής. Πραγματοποιούνταν επισκέψεις των αντιπροσώπων και πωλητών στα εργοτάξια και ακολουθούσε επίδειξη βαψίματος με τα χρώματα των διαφόρων βιομηχανιών επί τόπου.

Ο ανταγωνισμός οδήγησε στο σύστημα παροχής εκπτώσεων και δώρων όπως επιγραφές που τοποθετούνταν στις οικοδομές, φόρμες εργασίας, καπέλα , εργαλεία, χρώματα ή άλλα , λιγότερο χειροπιαστά δώρα όπως προσκλήσεις σε δείπνο, εκδρομές, ταξίδια και άλλα. Συχνά πολλές βιομηχανίες έστελναν στους πελάτες τους εγκυκλίους με πληροφορίες για νέα προϊόντα και νέες. Κατευθύνσεις. Η πρακτική αυτή εντασσόταν στη στροφή της διαφημιστικής στρατηγικής διαφόρων βιομηχανιών από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, προς τους μορφωμένους υψηλά ιστάμενους κατασκευαστές και όχι πια μόνον προς τους ελαιοχρωματιστές και εμπόρους.

Οι κρεμαστοί κήποι της ουτοπίας

Δεν νομίζω να υπάρχει άλλος εικαστικός που να γνωρίζει τόσα πολλά για την ιστορία των κήπων από τον Νίκο Παπαδόπουλο. Για χρόνια μελετάει την εξέλιξή τους και ταυτόχρονα την επέμβαση του ανθρώπου πάνω στα φυτά τους.

Αλλωστε κήπος χωρίς ανθρώπινη εργασία δεν νοείται. Από τους περσικούς, που αποτελούσαν ιερούς χώρους, και τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας μέχρι τις σύγχρονες πράσινες ταράτσες των πολυκατοικιών έχει τρέξει πολύ νερό στ’ αυλάκι. Και ο Νίκος Παπαδόπουλος έχει ρίξει ατέλειωτη δουλειά στα σχέδιά του. Εξαντλητικά, τελίτσα τελίτσα με μηχανικά μολύβια, πενάκια ή ξυλομπογιές, είναι σαν να επαναλαμβάνει τη συνεχή πάλη του ανθρώπου με τη φύση, την προσπάθειά του να τη δαμάσει, να την περιορίσει, να της επιβληθεί, να επιστρέψει ξανά σ’ αυτήν.

Στην νέα του έκθεση στην γκαλερί ΑΔ, με τίτλο «Ο κήπος ανάμεσα», παρουσιάζει κήπους που φύονται απρόσμενα και σχεδόν παρασιτικά μέσα στον αστικό ιστό. Σε βεράντες, κήπους, ακόμη και πάνω στις στάσεις των λεωφορείων στο κέντρο της Αθήνας. «Ο κήπος, ειδικά στις πόλεις, αντανακλά την ίδια την κοινωνία. Ανάλογα με την αισθητική της έχει και τον κήπο που της αξίζει…» εξηγεί. «Εκείνο λοιπόν που έχει νόημα δεν είναι αν ο κήπος είναι παρών ή όχι, αλλά υπό ποια μορφή υφίσταται και ποιες είναι οι ανθρώπινες σκοπιμότητες ή λειτουργίες που επιτελούνται μέσα σ’ αυτόν». Οπως λέει ο Ελύτης, «… ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο απλώς σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη».

Μεγάλωσε στην επαρχία, σε ένα σπίτι όπου ο κήπος ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του. Στα μάτια του ο κήπος εμφανίζεται όχι ως αναγκαιότητα, αλλά ως το αυτονόητο. «Η αμφισβήτηση του αστικού τρόπου ζωής, η απομάκρυνση από τη φύση, η ευχαρίστηση της κηπουρικής εργασίας αποτελούν τάσεις του σύγχρονου καλλιεργητή-κηπουρού, αλλά στην πράξη υπερισχύει ένα υλιστικό μοντέλο και η πραγματική σχέση με τον κήπο και τη φύση εν γένει παραμένει μια ουτοπία» καταλήγει.

Φωτογραφία

Η πρώτη ύλη για τη δημιουργία των σχεδίων του είναι οι φωτογραφίες. Στη συνέχεια τις επεξεργάζεται ψηφιακά και τις τυπώνει. «Είναι το ενδιάμεσο υλικό για να δημιουργήσω εικόνες αποκλειστικά με τους παραδοσιακούς ζωγραφικούς όρους. Τα σχέδια που δημιουργώ προκύπτουν από την επανάληψη ενός σημείου, της τελείας. Η όλη διαδικασία λοιπόν μπορεί να ιδωθεί σαν μια προσωπική καθημερινή παράσταση. Αυτό από μόνο του σωματοποιεί την όλη διαδικασία, η οποία εμπεριέχει και μια μηχανιστική λειτουργία. Αραγε και ο ίδιος ο κήπος δεν αποτελεί ένα είδους επανάληψης; Και οι διαδικασίες συντήρησής του (σκάψιμο, πότισμα, κλάδεμα) δεν οφείλουν να είναι επαναλαμβανόμενες για να υφίστανται;»

«Η επανάληψη για τον Παπαδόπουλο ενεργοποιεί τη ζωή» γράφει στο κείμενο που συνοδεύει την έκθεση η Χριστίνα Ανδρουλιδάκη. «Απέναντι στην ταχύτητα της μηχανικής διαδικασίας, παραθέτει μια ανάποδη χρονικότητα, εκείνη του ανθρώπινου χεριού που ακολουθεί τον ανθρώπινο νου». «Απέναντι στην τεχνολογία τοποθετώ ένα είδος ιεροτελεστίας και απέναντι στην ταχύτητα, την ομορφιά της διαδικασίας» προσθέτει ο ίδιος.

**Γκαλερί ΑΔ: Παλλάδος 3, Ψυρρή. Διάρκεια έως 7 Μαΐου.

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=259253

 

Τελικό χέρι βαψίματος ντουλάπας. ( Λαδομπογιά)

Τελικό χέρι βαψίματος ντουλαπιών :

Λαδομπογιά:

Η εφαρμογή της ριπολίνης είναι το τελευταίο στάδιο του φινιρίσματος των ξύλινων επιφανειών . Απαιτεί μεγάλη προσοχή και υπομονή για σωστά αποτελέσματα. Ρίχνουμε την ριπολίνη σε ένα καθαρό δοχείο και ανακατεύουμε καλά. Με ένα γυαλόχαρτο κάνουμε ένα αποχαρτάρισμα στη βελατούρα που έχει στεγνώσει και απομακρύνουμε τη σκόνη όσο πιο καλά μπορούμε. Αν είναι δυνατόν καλό θα ήταν να κάνουμε και ένα σκούπισμα στο γύρω χώρο για να απομακρύνουμε όλες τις σκόνες που υπάρχουν για να μην κολλήσουν επάνω στη επιφάνεια μας και την χαλάσουνε. Αφού έχουμε ανακατέψει τη ριπολίνη καλά ρίχνουμε λίγη σε ένα σκαφάκι και με το πινέλο μας κάνουμε τα κοψίματα.

Φροντίζουμε να μη βάζουμε πολύ χρώμα και να το σουμάρουμε καλά για να μη μα κάνει τρεξίματα. Τα κοψίματα είναι και το πιο δύσκολο σημείο. Αμέσως μετά και χωρίς καθυστέρηση, γιατί το χρώμα στεγνώνει ειδικά το καλοκαίρι, περάστε με το ρολό την υπόλοιπη επιφάνεια. Εφαρμόζουμε το χρώμα οριζόντια και κατόπιν με κάθετες κινήσεις το στρώνουμε. Δηλαδή περνάμε το χρώμα σταυρωτά. Πιέζουμε το ρολό μας ελαφρά για να μπορέσει το χρώμα να απλώσει καλύτερα. Καλό είναι να περνάμε με το ρολό και όπου αυτό γίνεται και τα κοψίματα που έχουμε κάνει με το πινέλο γιατί η πινελιά φάινεται όσο και να τη στρώσουμε.

Αφήνουμε το χρώμα να τσιμπήσει και μετά με το ρολό χωρίς καθόλου χρώμα επάνω σουμάρουμε την επιφάνεια από πάνω προς τα κάτω ώστε το χρώμα να στρώσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Αφήνουμε τη λαδομπογιά να στεγνώσει τουλάχιστον 1 ημέρα. Αν το αποτέλεσμα μας ικονοποιεί τότε είμαστε έτοιμοι. Αν όχι τότε κάνουμε ένα ελαφρό πολύ ελαφρό τριψιματάκι και ξαναπερνάμε την επιφάνεια όπως κάναμε μέχρι τώρα. Κόψιμο, πέρασμα. Σε φρεσκάρισμα ένα χέρι βελατούρα και ένα λαδομπογιά είναι συνήθως αρκετα εκτός και άν είναι πολύ λερωμάνα τα φύλλα και πολύ καιρό άβαφα. Μόνο σε καινούργιες επιφάνειες και ειδικά σε ξύλο ΜΤF χρειάζονται 4 και μερικές φορές 5 χέρια γιατί η επιφάνεια είναι καινούργια και αυτό το είδος του ξύλου ρουφάει πολύ.