Εικαστικοί που σολάρουν

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ

«Η Dada da Academy είναι σαν μπάντα τζαζ. Τα μέλη της είναι ελεύθερα να αυτοσχεδιάζουν, γι’ αυτό και κάθε έκθεση είναι σαν μια συναυλία. Δεν ξέρουμε ποιος θα «σολάρει» περισσότερο, ποιος θα πάρει περισσότερο χώρο, τι έργα θα βάλει και πώς… Οπως και στις μπάντες. Αλλοτε σολάρει ο ντραμίστας και άλλοτε ο μπασίστας…».

Αποψη από την εγκατάσταση του Αλμπερτ Μάιρ στη Μονή ΛαζαριστώνΑποψη από την εγκατάσταση του Αλμπερτ Μάιρ στη Μονή ΛαζαριστώνΜοιάζουν τα λόγια του εικαστικού Πάνου Παπαδόπουλου να ανήκουν σε μια άλλη, ιδανική ενδεχομένως, εποχή; Κι όμως. Η ομάδα στην οποία συμμετέχει είναι σύγχρονη, διακρίνεται από απόλυτη ελευθερία, αυτονομία και ρήξη με την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, και κυρίως των εικαστικών. Το όνομα άλλωστε της ομάδας, Dada da Academy, φανερώνει αμέσως τις προθέσεις της: αρκετά πια με τις συμβάσεις στην τέχνη.

Αν και πολλοί θα θεωρήσουν ότι το όνομα προήλθε από το γνωστό κίνημα των Νταντά, που ξεκίνησε στη Ζυρίχη τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αλήθεια είναι ότι αρχικά ο τίτλος επελέγη για την κυριολεξία του, από το τοπικό επίρρημα «εκεί» (da). Η Ακαδημία, δηλαδή, του εκεί, εκεί και εκεί… Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξε η μουσικότητά του, για να θυμηθούμε και το πασίγνωστο τραγούδι των Γερμανών Trio «Da Da Da». «Ομως ζούμε στη Βιέννη και αγαπάμε κάθε είδους απόσχιση…», επισημαίνει με νόημα ο Π. Παπαδόπουλος.

Η Dada da Academy δημιουργήθηκε το 2008 στη Βιέννη από τον Πάνο Παπαδόπουλο και την Ελίζαμπεθ Πένκερ. Εκείνος είναι ζωγράφος κι εκείνη γλύπτρια. Στην πορεία προστέθηκε και ο Αλμπερτ Μάιρ. Συμφοιτητές στην Ακαδημία Τέχνης της Βιέννης συναντήθηκαν ξανά εφτά χρόνια μετά την αποφοίτησή τους. «Συστηθήκαμε στο κοινό με μια ομαδική έκθεση που επιμελήθηκε η Ελίζαμπεθ, σε έναν εναλλακτικό, ανεξάρτητο χώρο στη Βιέννη. Πήγε ανέλπιστα καλά και συνεχίσαμε».

Και να που, τέσσερα χρόνια μετά, η Dada da Academy όχι μόνο υπάρχει ακόμη αλλά περιοδεύει. Από τα μέσα Μαρτίου κατέλαβε το «Project Room» του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, στη Μονή Λαζαριστών. «Das Manihesto» είναι ο τίτλος της έκθεσης (απόλυτα κατανοητός και στην ελληνική γλώσσα) που επιμελείται η Ειρήνη Παπακωνσταντίνου, με τη συμμετοχή ακόμη δύο καλλιτεχνών, των Μαρίνας Φάουστ και Πέτρου Τουλούδη.

Εγκαίνια σαν κονσέρτο

«Η έκθεση αποτελείται από εγκαταστάσεις μικτής τεχνικής, ηχητικές περφόρμανς και βίντεο, που έρχονται σε διάλογο μεταξύ τους για να υπονομεύσουν κάθε συμβατικότητα στην τέχνη, να καυτηριάσουν την επίπλαστη κουλτούρα μας και να φέρουν σε αντιπαράθεση έννοιες και ιδιεώδη όπως αυτά της αισθητικής, της αποδόμησης, της ταυτότητας και της εξουσίας», σημειώνει η επιμελήτρια. Πρωτοείδε τους Dada da Academy στη βουλγαρική πόλη Πλόβντιβ πέρυσι. Ηταν η πρώτη φορά που η ελληνοαυστριακή «ακαδημία» έβγαινε εκτός Βιέννης. Η Θεσσαλονίκη είναι ο δεύτερος σταθμός της περιοδείας, που θα συνεχίσει στο Παρίσι, το Βερολίνο και την Πολωνία.

«Επειδή ακριβώς είναι σαν μπάντα, σκοπός και επιθυμία της είναι οι περιοδείες», λέει ο Πάνος Παπαδόπουλος. «Η μουσική είναι το κοινό χαρακτηριστικό μας. Η Dada da Academy κυριάρχησε πρώτα στη μουσική, παρ’ όλο που όλοι μας είμαστε εικαστικοί. Εγώ είμαι ζωγράφος αλλά παίζω και ντραμς, η Ελίζαμπεθ είναι γλύπτρια αλλά και συνθέτης. Κατασκευάζει μουσικά όργανα, τα οποία λειτουργούν και ως γλυπτά. Μουσικά είναι και τα γλυπτά-εγκαταστάσεις του Αλμπερτ, ο οποίος συμμετέχει και σε ένα αληθινό μουσικό συγκρότημα».

Αυτό το διττό, και κυρίως η ευκολία με την οποία η ίδια η μουσική ενώνει περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι οι εικαστικές τέχνες, ήταν ένα από τα μυστικά της επιτυχίας. Σιγά σιγά η Dada da Academy άρχισε να ελκύει περισσότερο κόσμο κι από άλλα είδη τεχνών, ποιητές και λογοτέχνες, οι οποίοι συμμετείχαν στις εκθέσεις ως περφόρμερ. Σε μία από τις εκθέσεις της συμμετείχε κι ένας πολύ γνωστός Βούλγαρος πιανίστας από την ορχήστρα της Οπερας της Βιέννης, που αυτοσχεδίασε παίζοντας με τις χορδές του πιάνου.

Αναμφίβολα τα εγκαίνια των εκθέσεων της Dada da Academy είναι ένα «»ζωντανό», πολύβουο, αυθόρμητο κονσέρτο», συμφωνεί και ο Πάνος Παπαδόπουλος. Μετά ο θεατής τι βλέπει; «Ενα οπτικό μουσικό περιβάλλον. Τα ντοκουμέντα των περφόρμανς τα αφήνουμε εκεί. Οπως και τη μουσική, που την ακούει κανείς από τα ηχεία. Η ατμόσφαιρα υπάρχει, είναι σαν να αφήσαμε τις νότες της συναυλίας μας εκεί. Και, φυσικά, βλέπει τα έργα μας, που με έναν περίεργο τρόπο δένουν μεταξύ τους. Γιατί, ανεξάρτητα από την Dada da Academy, ο καθένας από μας έχει τη δική του σόλο καριέρα, την γκαλερί του, την τέχνη του».

* Εως 24 Απριλίου.

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=268674

Advertisements

Ιμπρεσιονισμός

The Cradle

Image via Wikipedia

Ο Ιμπρεσιονισμός είναι καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Αν και αρχικά καλλιεργήθηκε στο χώρο της ζωγραφικής, επηρέασε τόσο τη λογοτεχνία όσο και τη μουσική. Ο όρος Ιμπρεσιονισμός (Impressionism) πιθανόν προήλθε από το έργο του Κλωντ Μονέ Impression, Sunrise. Κύριο χαρακτηριστικό του ιμπρεσιονισμού στη ζωγραφική είναι τα ζωντανά χρώματα (κυρίως με χρήση των βασικών χρωμάτων), οι συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, συχνά υπό ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και η έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός. Οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι θέλησαν να αποτυπώσουν την άμεση εντύπωση (impression) που προκαλεί ένα αντικείμενο ή μια καθημερινή εικόνα.

Η γέννηση του Ιμπρεσιονισμού

Ο Ιμπρεσιονισμός αναπτύχθηκε στη Γαλλία και ειδικότερα στην περίοδο της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα Γ’, σε μια εποχή που η Ακαδημία Καλών Τεχνών καθόριζε με τρόπο απόλυτο τα όρια της τέχνης. Συγκεκριμένα η Ακαδημία υπαγόρευε όχι μόνο τη θεματολογία (στη ζωγραφική κυρίως ιστορικά, θρησκευτικά θέματα και πορτραίτα) αλλά και τις τεχνικές που όφειλαν να ακολουθούν οι ζωγράφοι της εποχής (συντηρητικά χρώματα, αφανείς πινελιές), με απώτερο στόχο με την προσθήκη και άλλων ζωγράφων όπως την απομόνωση του θέματος από την ιδιαίτερη προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού. Ο Ιμπρεσιονισμός θεωρείται πως ξεκίνησε ουσιαστικά από τρεις μαθητές του ζωγράφου Μαρκ Γκλαιρ (Mark Gleyre), τους Κλωντ ΜονέΠιερ Ωγκύστ Ρενουάρ και Άλφρεντ Σίσλευ, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους φιλικά. Η μικρή αυτή αρχική ομάδα, επεκτάθηκε σταδιακά με τον Εντουάρ Μανέ και τον Έντγκαρ Ντεγκά. Ο Πωλ Σεζάν είχε επίσης επιδράσεις από τους ιμπρεσιονιστές και αργότερα ο ίδιος αποτέλεσε τον κορυφαίο ίσως εκπρόσωπο της αποκαλούμενης και μετα-ιμπρεσσιονιστικής περιόδου.

Η ομάδα των ιμπρεσιονιστών αρνείτο τους περιορισμούς της Ακαδημίας αλλά ταυτόχρονα απέρριπτε και τον ρομαντισμό, ο οποίος εστίαζε υπερβολικά στο συναίσθημα. Η πρώτη δημόσια έκθεση ιμπρεσιονιστικού έργου πρέπει να αποτέλεσε ετήσια έκθεση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Η Ακαδημία διοργάνωνε έκθεση έργων με απονομή βραβείων, στην οποία συμμετείχαν μόνο έργα που είχαν γίνει αποδεκτά από ειδική επιτροπή και τα οποία προφανώς ακολουθούσαν την επιβαλλόμενη τεχνοτροπία. Το 1863 η επιτροπή αυτή απέρριψε τον πίνακα Le dejeuner sur l’herbe (ελλ. μφ.Γεύμα πάνω στη χλόη) του Εντουάρ Μανέ, με την αιτιολογία ότι περιείχε ένα γυμνό γυναικείο σώμα, κάτι που ήταν αποδεκτό μόνο σε αλληγορίες, όχι όμως σε θέματα από την καθημερινότητα. Την ίδια χρονιά ωστόσο καθιερώθηκε παράλληλη έκθεση που περιείχε όλα τα έργα που είχαν απορριφθεί από την επιτροπή, με αποτέλεσμα να εκτεθεί δημόσια και το έργο του Μανέ. Το γεγονός αυτό συνέβη έπειτα από παρέμβαση του ίδιου του Ναπολέοντα. Τα απορριφθέντα έργα μπορούσαν έτσι να τεθούν στην κρίση του κοινού, χωρίς ωστόσο να μπορούν να τιμηθούν με κάποιο έπαθλο. Την επόμενη χρονιά, το 1864 η ομάδα των ιμπρεσιονιστών διοργάνωσε δική της έκθεση, η οποία αντιμετώπισε την αυστηρή και σκωπτική κριτική. Ο ζωγράφος και κριτικός Λουί Λερουά ονόμασε την έκθεση αυτή «Η Έκθεση των Ιμπρεσιονιστών», γεγονός που πιθανόν καθιέρωσε και τον όρο«Ιμπρεσιονισμός». Παρά την αρνητική κριτική, οι νέες τεχνικές των ιμπρεσιονιστών είχαν θετικό αντίκτυπο σε άλλους καλλιτέχνες της εποχής, οι οποίοι ακολούθησαν το κίνημα του ιμπρεσιονισμού.

[Επεξεργασία]Τεχνικές του Ιμπρεσιονισμού

Ο ιμπρεσιονισμός στη ζωγραφική χαρακτηρίζεται από τις παρακάτω βασικές τεχνικές:

  • Μικρές και συχνά εμφανείς πινελιές που δημιουργούν ένα χαρακτηριστικά παχύ στρώμα μπογιάς στον καμβά. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούν να αποτυπωθούν πολλές λεπτομέρειες του θέματος αλλά γενικά χαρακτηριστικά του.
  • Χρήση κυρίως των βασικών χρωμάτων, με μικρή ανάμειξη μεταξύ τους (η διαδικασία της ανάμειξης αυτής γίνεται από τον ίδιο τον θεατή του έργου).
  • Σπάνια χρήση του μαύρου χρώματος, μόνο στις περιπτώσεις που αποτελεί μέρος του θέματος. Οι ιμπρεσιονιστές δεν χρησιμοποιούσαν το μαύρο χρώμα προκειμένου να επιτύχουν σκιάσεις ούτε το αναμείγνύαν με τα βασικά χρώματα.
  • Απουσία διαδοχικών επιστρώσεων χρώματος. Οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφιζαν πιο γρήγορα, χωρίς να περιμένουν απαραίτητα το χρώμα να στεγνώσει.
  • Έμφαση στον τρόπο που το φως ανακλάται πάνω στα αντικείμενα, αποτύπωση του θέματος με ένα είδος επιστημονικού ενδιαφέροντος.
  • Ζωγραφική κυρίως σε ανοιχτούς χώρους, συνήθως με φωτεινά και έντονα χρώματα.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι τεχνικές αυτές συναντώνται και σε προγενέστερους ζωγράφους, όμως οι ιμπρεσιονιστές τις χρησιμοποίησαν συστηματικά. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως οι ιμπρεσιονιστές ευνοήθηκαν και από την ανακάλυψη των προ-επεξεργασμένων χρωμάτων (παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα), γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν για να ζωγραφίζουν σε ανοιχτούς χώρους. Παλαιότερα κάθε ζωγράφος ήταν αναγκασμένος να δημιουργήσει ο ίδιος τα χρώματα αναμειγνύοντας τα διάφορα υλικά.

Λίγα λόγια για την Ιστορία του επίπλου.

Τα μονοπάτια του «σύγχρονου» σχεδιασμού επίπλων – 20ος αιώνας
Ως ένα βαθμό, το design του 20ού αιώνα αρχίζει ήδη να θεωρείται κλασικό ! 

Η είσοδος μας στη νέα χιλιετία έχει συμβάλει σε μια νοσταλγική επαναξιολόγηση του σχεδιασμού των επίπλων με τα οποία μεγαλώσαμε. Το ¨μοντέρνο¨ στυλ και το στυλ ¨Ρετρό¨, δύο σημαντικές κατηγορίες design που έχουν πολλές ομοιότητες αλλά και διαφορές, μεταξύ τους, είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στην επίπλωση και την διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Αν στο μείγμα προσθέσουμε τις νέες τάσεις που χαρακτηρίζουν το ¨σύγχρονο¨ (contemporary) design, έχουμε απέναντι μας τα στυλ επίπλου που σημάδεψαν το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μοιράζονται την απαστράπτουσα ενέργεια των αρχών της νέας χιλιετίας.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, πολλοί ήταν οι καλλιτέχνες, οι αρχιτέκτονες και οι σχεδιαστές επίπλων που επιδίωκαν να αποβάλουν το αποπνικτικό, υπερβολικά διακοσμημένο ύφος της βικτοριανής εποχής.

Έτσι προέκυψαν δύο εναλλακτικές λύσεις :
Arts and Crafts Style (ή Mission)

Τα έπιπλα της περιόδου αυτής ήταν αληθινά ένα αμερικανικό προϊόν. Το βασίλειο της δημιουργίας του στυλ αυτού ήταν στην πόλη Rapids του Μίτσιγκαν.

Είναι γνωστό και ως στυλ ¨Mission¨ δηλαδή αποστολή. Κανείς δεν είναι βέβαιος γιατί ονομάστηκε έτσι. Ίσως επειδή η κεντρική του φιλοσοφία ήθελε το έπιπλο να είναι λειτουργικό και να έχει μία και κυρίως αποστολή. Να χρησιμοποιείται !

Ιδρυτής του θεωρείται ο Gustav Stickley.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του στυλ είναι ευδιάκριτα και το κάνουν ξεχωριστό σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο στυλ επίπλων. Υιοθέτησε ίσιες, καθαρές γραμμές, αφηρημένα σχέδια, γνήσια τεχνική και τεχνοτροπία.

Τα έπιπλα κατασκευάζονταν από στέρεα υλικά, συνήθως από το ξύλο της κόκκινης βαλανιδιάς και τα έπιπλα ήταν απλά, απέριττα, χωρίς επιτήδευση ούτε διακοσμητικά.
Art Nouveau

Η δεύτερη (και ριζικά διαφορετική) λύση ήταν το Art Nouveau, το οποίο άρχισε στη Γαλλία περίπου το 1890, αναδεικνύοντας την ανάγκη της εποχής για ένα αληθινά ξεχωριστό ύφος που πήρε έκφραση σε όλες της μορφές τέχνης, ζωγραφικής, διακόσμησης και αρχιτεκτονικής.

Στην πραγματικότητα η προτίμηση σε αυτό το στυλ δεν διήρκεσε πολύ και ήταν δημοφιλέστερο στο Βέλγιο και την Γαλλία.

Μεγάλοι σχεδιαστές όπως οι Victor Horta, Henry Van der Velde, Emile Galli και Louis Marjorelle, σχεδίασαν έπιπλα με άτονες, ελεύθερης ροής γραμμές και καμπύλες,με κυματοειδή σχέδια, συνήθως βασισμένα σε μια εικόνα, μια γυναικεία μορφή ή ένα θέμα που λαμβάνεται από τη φύση και εμπνέεται ιδιαίτερα από τις μορφές, τα χρώματα και τις καμπύλες των λουλουδιών και των αμπελιών.

Τα πιο κοινά μοτίβα περιελάμβαναν εκλεκτής ποιότητας σχέδια (σταφύλια και φύλλα σταφυλιών), λουλούδια (τριαντάφυλλα, μαργαρίτες, ίριδες κ.λπ.), κισσούς και μούρα. Αυτά τα έπιπλα κατασκευάζονταν γενικά από ξύλο καρυδιάς ή μαόνι, ενώ μερικές φορές χρησιμοποιείτο ξύλο βαλανιδιάς.
Art Deco

Στα χρόνια μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, προέκυψε ένα νέο στυλ. Σε έναν κόσμο που γοητευόταν ολοένα και περισσότερο με την ταχύτητα και την τεχνολογία, μεγάλοι σχεδιαστές ανακάλυψαν την ομορφιά των απλών γεωμετρικών γραμμών, μορφών και αφηρημένων συνθέσεων. Το Art Deco χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη χρήση κύκλων, τριγώνων και παράλληλων γραμμών, την ισχυρή αντίθεση στο χρώμα ή/και τη σύσταση, όπου το γκρι, μπλέ ή μαύρο χρώμα συνδυάζονται τολμηρά με το σκούρο κόκκινο.

Το στυλ αυτό διαδόθηκε αμέσως από την Γαλλία σε όλη την Ευρώπη και στις ΗΠΑ, επικράτησε όλων των άλλων στυλ και ήταν το απολύτως κυρίαρχο στυλ κατά τις δεκαετίες του ’20 και του ’30.

Το στυλ Art Deco, βλέπει το σχεδιασμό με βλέμμα και άποψη λεπτή και λεία. Κυριαρχούν ελεγχόμενες, στρογγυλεμένες γραμμές, ενώ τα έπιπλα είναι λιγότερο διακοσμημένα.
η Art Deco ήταν ο προπομπός του μοντέρνου στυλ, το οποίο με τη σειρά του οδήγησε σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε σύγχρονο στυλ.
Μοντέρνο στυλ

Όταν αναφερόμαστε στο ¨μοντερνισμό¨ ή αλλιώς στο ¨μοντέρνο¨ στυλ επίπλου, εννοούμε την έκφραση του απλού στο σχέδιο, τα ιδιαίτερα φίνα, μινιμαλιστικά (λιτά) έπιπλα που αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της μοντέρνας τέχνης, σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα.

Το επόμενο βήμα του μοντέρνου design έγινε μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο όταν Σκανδιναβοί, Ιταλοί και Αμερικάνοι σχεδιαστές, δημιούργησαν δυνατά, ευθυγραμμισμένα και εντυπωσιακά έπιπλα μέσα από λαμπρά και δραματικά σχέδια. Οι Μεταμοντερνιστές των μέσων του αιώνα έθεσαν έτσι τις βάσεις που σημάδεψαν ολόκληρο τον 20ο αιώνα υπηρετώντας μια βασική αρχή ότι δεν υπήρχαν κανόνες και στερεότυπα αδιάβλητα και αδιαπέραστα, τα οποία έπρεπε να ακολουθούν χωρίς παρεκκλίσεις.

Μεγάλοι αρχιτέκτονες και σχεδιαστές όπως οι Van Der Rohe, Gropius, Breuer, Aalto, Eames, και Saarine, συνδέονται με αυτήν την εποχή .
Στυλ Ρετρό

Όταν λέμε ένα έπιπλο Ρετρό, παραμένουμε στα ίδια χρονικά πλαίσια με το ¨μοντέρνο¨. όμως, το Ρετρό κοιτάζει προς τα πίσω μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του.

Αντίθετα, βλέπει τα πράγματα με μία αίσθηση χιούμορ. Με αυτό τον τρόπο αναπλάθει τις δεκαετίες του 30 με την τέχνη του Deco και του 50 με τα sitcoms.


Σύγχρονο (Contemporary)

Αυτό περιλαμβάνει απαλές γραμμές που ταιριάζουν σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, γούστου και προσωπικού στυλ. Είναι η απόλυτη μόδα, είναι δημοφιλές, άνετο, ταιριάζει στην οικογένεια και τους φίλους χωρίς να χάνει τον σοφιστικέ χαρακτήρα του.

Το σύγχρονο στυλ συνενώνει όλα τα ιδιαίτερα στυλ του 20ου αιώνα και το αποτέλεσμα δικαιώνει τους δημιουργούς του. Επιτρέπει στον σύγχρονο άνθρωπο να εκφράσει την προσωπικότητά του χωρίς να θυσιάσει την ποιότητα, την άνεση και την κομψότητα. Επιτυγχάνει ένα αμίμητο πάντρεμα της λιτής αλλά πρωτότυπης γραμμής στο σχεδιασμό με την υψηλή ποιότητα των υλικών και το λεπτό φινίρισμα, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό στυλ που συναρπάζει.

Εάν είναι αλήθεια ότι «όλα τα παλιά γίνονται νέα πάλι,» μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το σύγχρονο στυλ, αντιπροσωπευτικό του 20ού αιώνα θα αντέξει στις προκλήσεις της νέας χιλιετίας και θα βρει τη θέση που του αξίζει στο πάνθεον των διαχρονικών κλασικών στυλ των προηγούμενων αιώνων.