Ο πρώτος Έλληνας του Graffiti.

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία κι αυτός που πρώτος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά, δεν ήταν άλλος από τον ελληνικής καταγωγής Δημήτρη που υπέγραφε τα έργα του με το ψευδώνυμο Τaki 183 έχοντας γεμίσει με σχέδια τον υπόγειο σιδηρόδρομο της Νέας Υόρκης. Ο αριθμός δήλωνε τον αριθμό του δρόμου στον οποίο διέμενε. Ανάλογα υπέγραφαν τα έργα τους και όλοι οι υπόλοιποι γκραφιτάδες που ακολούθησαν.

Το graffiti γεννήθηκε το 1960 στη Νέα Υόρκη. Παράξενες συνθέσεις γραμμάτων και ήρωες των κόμικς άρχισαν να καλύπτουν τα βαγόνια του υπογείου μετατρέποντας τους συρμούς σε κινούμενα κόμικ στριπ. Ο αστικός χώρος της πόλης ήταν διασπασμένος εθνικά, φυλετικά, ταξικά. Τα γκέτο της Νέας Υόρκης ήταν γεγονός. Τη δεκαετία ’70-’80 το grafiti υπήρξε το μέσο οριοθέτησης των απομονωμένων συνοικιών της πόλης από ομάδες νεαρών gangsπου τις έλεγχαν. Οι έφηβοι δε διαμαρτύρονταν για το κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο, αλλά διεκδικούσαν την ταυτότητά τους μέσα στην κοινωνία. Αν και οι επίσημες αρχές κήρυξαν το grafitiπαράνομο εξαιτίας της σχέσης του με τα γκέτο και τις συμμορίες, οι κριτικοί τέχνης του Manhattan ξεκίνησαν να το αναγνωρίζουν ως πρωτοπορία στο χώρο της τέχνης. Το graffiti έγινε το μέσο έκφρασης της κουλτούρας του δρόμου και ταυτόχρονα αποτέλεσε ένα underground κίνημα το οποίο σύντομα εξαπλώθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο.

Το graffiti στην Ελλάδα

Σε αντίθεση με τα αστικά γκέτο των Η.Π.Α., στην Ελλάδα το γκράφιτι δεν αποτελεί έκφραση του περιθωρίου. Μάλιστα επειδή τα σπρέι είναι αρκετά ακριβά, θεωρείται ακριβό χόμπι και πολλοί από τους νεαρούς γκραφιτάδες ανήκουν πλέον στην αστική και μεγαλοαστική τάξη. Οι περισσότεροι είναι ηλικίας 12-30, βγαίνουν σε ομάδες όταν πέσει η νύχτα και στόχο έχουν να κάνουν την πόλη πιο φωτεινή και χαρούμενη. Το γκράφιτι στην Ελλάδα δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα, αν και πολλές φορές συνδέεται με την αμφισβήτηση και την ανυπακοή, καθώς το λεγόμενο bombingγίνεται σε απαγορευμένες επιφάνειες.
Όλες οι ομάδες graffitiξεκίνησαν στην Ελλάδα με αφορμή το ελληνικό Hip Hop συγκρότημα TerrorXCrew.To πρώτο Wall Fame έγινε στην Ελλάδα το 1994. Αγαπημένες επιφάνειες οι εξωτερικοί τοίχοι κτιρίων αλλά κι εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, λεωφορεία, τρένα, ρολά καταστημάτων. Όπως σε κάθε ομάδα έτσι και σ’ αυτή των γκραφιτάδων υπάρχουν αξίες όπως η φήμη, η καλλιτεχνική έκφραση, η δύναμη. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το στυλ. Είναι η προσωπική φωνή που βγαίνει μέσα από το graffiti. Όσο πιο αυθεντικό είναι το στυλ τόσο πιο γνωστός και σεβαστός θα γίνει στο χώρο του ο γκραφιτάς. Ο χώρος του graffiti είναι κατά κύριο λόγο ανδρικός. Οι γυναίκες μειοψηφούν και είναι δύσκολο να καταξιωθούν στο χώρο αυτό. Πολλές είναι εκείνες που χρησιμοποιούν ανδρικά ψευδώνυμα. Τις προδίδει όμως το σχέδιο που συνήθως είναι πιο φωτεινό και φίνο.
Για τη κυρίαρχη κουλτούρα τα graffiti ισοδυναμούν με βανδαλισμό. Οι γκραφιτάδες είναι «οι βάνδαλοι» που καταστρέφουν την αισθητική όψη της πόλης και τα έργα τους είναι «βρομιές» στους τοίχους των κτιρίων. Από την άλλη μεριά το γκράφιτι αναγνωρίζεται πλέον από ένα μεγάλο μέρος  του πληθυσμού ως μορφή τέχνης. Εξάλλου οι δρόμοι της Αθήνας έχουν γεμίσει από δημιουργίες καλλιτεχνών του δρόμου.

 

Graffiti

Ο όρος προέρχεται από το αρχαιοελληνικό γράφειν, και σημαίνει την γραφή συνθημάτων με περίπλοκες γραμματοσειρές και σύνθετα σχέδια σε επιφάνειες, κυρίως τοίχους ή τρένα.
Για τους μυημένους είναι στάση ζωής, είναι τρόπος έκφρασης, διαδήλωσης, τρόπος να σπάσεις την ανία του γκρίζου των πόλεων. Είναι και μορφή τέχνης, μιας τέχνης ριζοσπαστικής που θέλει ψυχή.
Πότε ξεκίνησε όμως;

Η ιστορία του underground κινήματος τέχνης με τα πολλά ονόματα, που τελικά κατέληξε με τον όρο graffiti, ξεκινά περί το 1966 στη Φιλαδέλφια (Philadelphia) των Η.Π.Α. με τη μορφή του «bombing». Οι πρωτοπόροι CORNBREAD και COOL EARL έγραφαν τα ψευδώνυμα τους από άκρη σε άκρη στην πόλη, προκαλώντας την προσοχή της κοινωνίας και του τύπου.

To όλο concept, είτε μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη, είτε απλά γεννήθηκε ταυτόχρονα κι εκεί: Ο KILROY, συνήθιζε όπου πήγαινε να ζωγραφίζει φιγούρες με τη φράση «Kilrοy was here». Η μεγάλη «έκρηξη» χρονολογείται γύρω στο ’68-’69 στις υποβαθμισμένες γειτονιές, όπως στα Washington Heights του Μανχάταν, όπου οι συμμορίες κυριαρχούσαν στους δρόμους. Οι Saνage Skulls, Saνage Nomads, Immortals και οι Black Spades ήταν μερικές μόνο από τις πιο γνωστές συμμορίες στο Bronχ, τα μέλη των οποίων είχαν τη συνήθεια να γράφουν το όνομά τους στους τοίχους της γειτονιάς τους. Με το χρόνο όμως αυτό αποτέλεσε πρόκλnσn για όλους.

Το 1971, ο Ελληνοαμερικάνος TAKI 183, μεγαλωμένος στα Washington Heights, έγινε γνωστός πέρα από τα στενά όρια της γειτονιάς του όταν οι New York Times του πήραν συνέντευξη: Δουλεύοντας ως αγγελιοφόρος, μετακινούνταν παντού στην πόλη γράφοντας σε τοίχους ή στο μετρό Taki 183, από το όνομα του «Δημήτρης» και τον αριθμό του δρόμου που έμενε «183». Άλλοι σημαντικοί writers της περιόδου εκείνης ήταν οι JULIO 204, FRANK 207, JOE 136, STITCH 1 και FRIENDLY FREDDIE. Εκτός από τους δρόμους, το μετρό αποδείχθηκε ένα άριστο μέσο για την εξάπλωση της φήμης και εμβέλειας των writers, όπου συναγωνίζονταν για το ποιος θα «χτυπήσει» με tags τα περισσότερα βαγόνια σε μια νύχτα.

Σύντομα άρχισαν να δημιουργούν το δικό τους στυλ, ώστε η υπογραφή του καθενός να ξεχωρίζει πιο εύκολα. Ο STAY HIGH 149, εμπνευσμένος από την τηλεοπτική σειρά «The Saint», σχεδίαζε στην υπογραφή του ένα φωτοστέφανο πάνω από το «Η» και ένα τσιγάρο να καπνίζει. Ο SUPER KOOL 223 από το Bronx και ο WAP από το Brooklyn ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν σπρέϋ, σχεδιάζοντας πιο «φαρδιά» γράμματα, συμπληρώνοντας τα με outline και προσθέτοντας σχέδια όπως γραμμές, βούλες, αστέρια, στο εσωτερικό των γραμμάτων. Έτσι ξεκίνησε ένα ολόκληρο κύμα από writers που εμπλούτιζαν τα tags τους με αυτόν τον τρόπο, χρησιμοποιώντας και βαλβίδες (caps) από άλλα δοχεία προϊόντων αεροζόλ, ώστε να πετυχαίνουν διαφορετικό πάχος στα γράμματα τους. Χαρακτηριστικοί writers της περιόδου αυτής: HONDO 1, JAPAN 1, MOSES 147, SNAKE 131, LEE 163d, STAR 3, PHASE 2, PRO-SOUL, TRACY 168, LIL HAWK, BARBARA 62, EVA 62, CAY 161, JUNIOR 161 και STAY HIGH 149.

Ο SUPER COOL 223 επίσης, ήταν ο πρώτος που έβαψε βαγόνι από πάνω μέχρι κάτω, με το στυλ πoυ περιγράφικε πιο πριν. Σαφώς αυτό ήταν εξέλιξη, αν και το όλο στυλ δεν ήταν παρά «υπερισχυμένα» tags. Έτσι σύντομα άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα στυλ του graffiti, όπως το Broadway style του TOPCAT 126 από την Philadelphia, τα γράμματα του οποίου κατέληγαν σε κουτιά και κυβάκια, ή όπως τα Softie / Bubble letters του PHASE 2. Τα δύο αυτά στυλ θεμελίωσαν την δημιουργία πολλών μεταγενέστερων στυλ.
Σύντομα τα γράμματα αποκτούσαν καμπύλες, βέλη, ενώνονταν και περιπλέκονταν όλο και περισσότερο ώστε γεννήθηκε το Mechanical lettering, ή αλλιώς το πασίγνωστο Wild style. Writers όπως ο RIFF 170 βασίζονταν πάνω στα στυλ των άλλων και τα εξέλυσαν, δίνοντας τροφή στον ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό. O FLINT 707 και ο PISTOL ήταν οι θεμελιωτές του 3D, δίνοντας βάθος στα κομμάτια τους, ενώ οι TRACY 168, CLIFF 159, BLADE ONE, AJ 161 και SILVER TIPS, σχεδίαζαν τοπία, σκηνικά και χαρακτήρες καρτούν (characters) γύρω από τα κομμάτια τους, θεμελιώνοντας έτσι τα whole cars, γύρω στο 1974.

Εκείνη την εποχή, τα οικονομικά του δήμου της Νεας Υόρκης περνούσαν κρίση, αφήνοντας έτσι το μετρό αφύλακτο, που είχε σαν αποτέλεσμα την εξάπλωση των bombs στα τρένα. Το throw up, στυλ που βασίστηκε στο bubble, ήταν ιδανικό για τα χτυπήματα στο μετρο: ένα απλό περίγραμμα πρόχειρα γεμισμένο ήταν γρήγορο και αποτελεσματικό. Crew όπως POG, 3ΥΒ, BYB TC, TOP, και writers όπως TEE, IZ, DY 167, PI, IN, LE, TO, OI, FI aka VINNY, TI 149, CY και PEO άφησαν εποχή στο bombing, την περίοδο 1975-1977. Παράλληλα, τα whole cars γνώρισαν ακμή από writers όπως BUTCH, CASE, KINDO, BLADE, COMET, ALE 1, DOO2, JOHN 150, LEE, MONO, SLAVE, SLUG, DOC 109 και CAINE ONE.

Οι ενεργοί writers της Νέας Υόρκης είχαν μειωθεί σημαντικά. Το graffiti όμως δεν έσβησε. Σύντομα παλιοί writers ξαναπιάσανε τα σπρέϋ, crew όπως FX, KD και TAT, το hip-hop, Mcing-DJing-Breakdancing-Graffiti, κυριάρχησε στους δρόμους, και η όλη κουλτούρα θεμελιώθηκε και στην Ευρώπη: Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, που θεωρείται η μητρόπολη του ευρωπαϊκού graffiti. Σύντομα, το graffiti έγινε ένα παγκόσμιο κίνημα τη δεκαετία του ’90, και συνεχίζει να εξαπλώνεται ακόμα και σήμερα.

Στην Ελλάδα, το graffiti έκανε τα πρώτα δειλά του βήματα γύρω στο ’83 με ’85, μαζί με το πρώτο κύμα hip-hop και break dancing. Όπως και για άλλους writers ανα τον κόσμο, έτσι και για τους Έλληνες, ταινίες όπως η «Wild Style» ενέπνευσαν τη γέννηση της τοπικής σκηνής graffiti. Όχι μόνο σε Αθήνα, αλλά και Θεσσαλονίκη και Βόρεια Ελλάδα, και μετά σε όλη την υπόλοιπη χώρα, το ελληνικό graffiti γνώρισε ακμή μαζί με την όλη εξάπλωση του hip-hop κατα την δεκαετία του ’90. Μια κάποια πτώση που παρατηρήθηκε έχει ξεπεραστεί, και το graffiti συνεχίζει δυναμικά στην Ελλάδα. Η απόδειξη είναι σε αυτό το site, στους writers που ζωγραφίζουν έναν άλλο κόσμο με τα σπρέϋ τους κάθε βράδυ. Στους writers που βάφουν από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη και από την Κύπρο μέχρι την Κέρκυρα. Στους writers που κρατάνε τη φλόγα ζωντανή.

Το graffiti ξεκίνησε σαν μια διαμαρτυρία, μια φωνή μέσα στο γκρίζο, ένα σύνθημα που ταξιδεύει πάνω σ’ ένα τρένο, ένα σύνθημα που ποτίζει τον τοίχο ανεξίτηλα.